Ας φανταστούμε μια αίθουσα συσκέψεων. Μια γυναίκα παρουσιάζει ένα σχέδιο και πριν προλάβει να ολοκληρώσει την εισήγησή της, ακούγεται μια γνώριμη ερώτηση: «Είστε σίγουρη ότι αυτό είναι σωστό;».
Η ερώτηση δεν έρχεται ως πραγματική αναζήτηση διευκρίνισης αλλά με εκείνον τον τόνο που μοιάζει να εννοεί «μήπως να το ξανασκεφτείς;».
Λίγο αργότερα, κάποιος επαναλαμβάνει την ίδια ιδέα με διαφορετικά λόγια: πολλοί μαζί ερωτώντες κάνουν την αμφιβολία να ακούγεται πιο «λογική», την αμφισβήτηση να μοιάζει σαν να «πατάει στη σωστή πλευρά της διοικητικής ιστορίας».
Σταδιακά, μέσα από φαινομενικά μικρές ερωτήσεις που μοιάζουν σαν να διατυπώνονται για να σε βοηθήσουν κιόλας να βγεις από την υποτιθέμενα δύσκολη θέση στην οποία η ίδια έχεις τοποθετήσει τον εαυτό σου, δημιουργείται ένα κλίμα διαρκούς κλυδωνισμού. Όχι, δεν πρόκειται για ανοιχτή σύγκρουση αλλά για μια σταγόνα που πέφτει συνεχώς στο ίδιο σημείο, έως ότου η ηγεσία της να μην κρίνεται πια από τις αποφάσεις της αλλά από το πόσο αυτή αντέχει να τις υπερασπίζεται. Το πέρασμα από την αμφιβολία στη διοικητική φθορά είναι συχνά μικρότερο απ’ όσο φαίνεται. Κάπου ανάμεσα στο «είστε σίγουρη γι’ αυτό;» και στο «μήπως το παίρνετε πολύ προσωπικά;» υπάρχει ένας ολόκληρος μηχανισμός υπόκωφης, σεξιστικής συμπεριφοράς που διαπερνά τον δημόσιο διάλογο και που πολλές γυναίκες σε θέσεις ευθύνης (ανα)γνωρίζουν καλά.
Το παραπάνω παράδειγμα διεργασίας, συνήθως προερχόμενο από άνδρες-ανταγωνιστές της εξουσίας, δεν μοιάζει με προσβολή αλλά με ψίθυρο αμφιβολίας που επιστρέφει ξανά και ξανά στο τραπέζι των αποφάσεων, με στόχο να πλήξει την αυτοπεποίθηση και το κύρος της θέσης της γυναίκας. Η ερώτηση δεν είναι πια «είναι αυτό μια καλή ιδέα;» αλλά το «είσαι αρκετά σίγουρη για όσα υποστηρίζεις;». Στον κόσμο της ηγεσίας και της διοίκησης, αυτές οι μικρές ρωγμές είναι το πρώτο βήμα μιας πιο σύνθετης δυναμικής πίεσης που, με τον χρόνο, μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι οργανωμένο: τη λεγόμενη διοικητική φθορά.
Ο όρος «διοικητική φθορά» χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα στη διεθνή αρθρογραφία για να περιγράψει μια σταδιακή διαδικασία επαγγελματικής και πολιτικής υπονόμευσης, μέσω της οποίας ένας οργανισμός ή μια ομάδα ανταγωνιστών πλήττουν σημαντικά την επαγγελματική αποτελεσματικότητα και την ψυχολογική ευημερία των στελεχών μιας διοίκησης.
Μέσα από επαναλαμβανόμενες πρακτικές όπως η συστηματική αμφισβήτηση αποφάσεων, η διάδοση φημών ή η σκόπιμη απόκρυψη πληροφοριών που είναι απαραίτητες για την άσκηση διοίκησης, δημιουργείται ένα τοξικό περιβάλλον εργασίας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία συσσωρευτικής πίεσης, η διοικητική φθορά λειτουργεί ως ένας λιγότερο ορατός αλλά ιδιαίτερα αποτελεσματικός τρόπος αποθάρρυνσης ηγετικών στελεχών, χωρίς να απαιτείται επίσημη σύγκρουση, φευ, δεν πρόκειται καν για διαφωνία αλλά για «φιλική συμβουλή από εμένα που είμαι παλιός εδώ και ξέρω κάτι παραπάνω».
Έρευνες στον χώρο της Οργανωσιακής Ψυχολογίας δείχνουν ότι αυτή η συμπεριφορά συχνά προκύπτει όταν η παρουσία μιας γυναίκας απειλεί τις υπάρχουσες ισορροπίες.
Υπό αυτές τις συνθήκες, πολλές γυναίκες τελικά επιλέγουν να αποχωρήσουν από μία ηγετική θέση όχι επειδή δεν μπορούν να ανταποκριθούν στον ρόλο τους, αλλά επειδή η καθημερινή πίεση γίνεται δυσβάσταχτη. Ίσως γι’ αυτό το λόγο, τα στοιχεία του ετήσιου report McKinsey & Company και LeanIn.Org, με τίτλο Women in the Workplace, προκάλεσαν τόσο μεγάλη συζήτηση: τα τελευταία χρόνια καταγράφηκε κύμα αποχωρήσεων γυναικών από ηγετικές θέσεις. Η έρευνα δείχνει ότι πολλές γυναίκες δεν εγκαταλείπουν απαραίτητα την καριέρα τους αλλά απομακρύνονται από περιβάλλοντα όπου η ηγεσία τους αμφισβητείται συνεχώς, όπου καλούνται να αποδεικνύουν ξανά και ξανά την επάρκειά τους και όπου η καθημερινή τριβή με μικρές μορφές υπονόμευσης γίνεται εξουθενωτική.
Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας αποτελεί μια ευκαιρία για ουσιαστικό αναστοχασμό πάνω στο τι σημαίνει πραγματική ισότητα. Η ισότητα δεν θα επιτευχθεί μόνο όταν περισσότερες γυναίκες φτάσουν σε θέσεις ευθύνης αλλά όταν η ηγεσία τους αντιμετωπίζεται με τον ίδιο σεβασμό και την ίδια εμπιστοσύνη που απολαμβάνουν οι άνδρες.
Μέχρι τότε, αρκετές γυναίκες που καταλαμβάνουν θέσεις εξουσίας, συνεχίζουν να αμφισβητούνται όχι μόνο ως προς τα όρια του επαγγελματικού τους ρόλου αλλά και εξαιτίας των βαθιά ριζωμένων κοινωνικών αντιλήψεων για το ποιος «δικαιούται» να ηγείται.