ΗΠΑ: Η «βόμβα» των $40 τρισ. στο χρέος και οι τρεις παράγοντες που τρομάζουν τις αγορές

17 λεπτά ανάγνωση
20 Αυγούστου 2026

Το ομοσπονδιακό χρέος ξεπέρασε για πρώτη φορά τα $40 τρισ. και έγραψε νέο ιστορικό ρεκόρ.

Ωστόσο, οι αγορές δεν κοιτούν μόνο τον τεράστιο αριθμό. Εστιάζουν στην ταχύτητα αύξησης του χρέους, στα υψηλά ελλείμματα και στους τόκους.

Μάλιστα, οι ΗΠΑ πρόσθεσαν περίπου 1 τρισ. δολάρια νέου χρέους μέσα σε μόλις πέντε μήνες. Η ταχύτητα αυτή ξεπέρασε παλαιότερες εκτιμήσεις του Congressional Budget Office.

Παράλληλα, το δημοσιονομικό έλλειμμα άγγιξε τα 1,8 τρισ. δολάρια στους πρώτους δέκα μήνες του οικονομικού έτους 2026. Μόνο τον Ιούλιο, η Ουάσιγκτον πρόσθεσε 431 δισ. δολάρια στο έλλειμμα.

Έτσι, η αμερικανική κυβέρνηση αντλεί σχεδόν 6 δισ. δολάρια νέου δανεισμού κάθε ημέρα.

Οι τρεις παράγοντες πίσω από την έκρηξη του χρέους

1. Η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει τον λογαριασμό

Ο πρώτος μεγάλος παράγοντας αφορά τη δημογραφική πίεση στις ΗΠΑ.

Χιλιάδες Baby Boomers περνούν καθημερινά στη συνταξιοδότηση. Παράλληλα, το μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής αυξάνει τις ανάγκες για συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη.

Έτσι, τα προγράμματα Social Security και Medicare απαιτούν συνεχώς περισσότερα χρήματα από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.

Ταυτόχρονα, λιγότεροι εργαζόμενοι στηρίζουν περισσότερους συνταξιούχους. Επομένως, η δημογραφική αλλαγή ασκεί ολοένα μεγαλύτερη πίεση στα δημόσια οικονομικά.

Το CBO υπολογίζει τις υποχρεωτικές δαπάνες στα 4,5 τρισ. δολάρια για το 2026. Το ποσό αυξάνει κατά 362 δισ. δολάρια μέσα σε έναν χρόνο.

Ειδικότερα, το Social Security προσθέτει περίπου 91 δισ. δολάρια. Επιπλέον, το Medicare προσθέτει άλλα 75 δισ. δολάρια.

2. Φορολογικές μειώσεις και υψηλές δαπάνες

Ο δεύτερος παράγοντας αφορά τις δημοσιονομικές επιλογές της Ουάσιγκτον.

Τόσο οι Δημοκρατικοί όσο και οι Ρεπουμπλικανοί προώθησαν πολιτικές που αύξησαν τις δαπάνες ή περιόρισαν τα φορολογικά έσοδα.

Αρχικά, οι φορολογικές περικοπές του 2017 μείωσαν σημαντικά τα δημόσια έσοδα. Στη συνέχεια, η πανδημία ώθησε την κυβέρνηση σε τεράστια πακέτα οικονομικής στήριξης.

Επιπλέον, νέες φορολογικές παρεμβάσεις κράτησαν υψηλές τις ανάγκες χρηματοδότησης.

Το CBO υπολογίζει έλλειμμα περίπου 1,9 τρισ. δολαρίων για το 2026. Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 5,8% του αμερικανικού ΑΕΠ.

Μάλιστα, έως το 2036 το έλλειμμα μπορεί να αγγίξει τα 3,1 τρισ. δολάρια. Τότε θα φτάσει περίπου στο 6,7% του ΑΕΠ.

Για σύγκριση, ο μέσος όρος των τελευταίων 50 ετών αγγίζει το 3,8%.

Ωστόσο, ένα στοιχείο προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία στους οικονομολόγους. Η αμερικανική οικονομία δεν περνά σήμερα βαθιά ύφεση.

Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση καταγράφει ελλείμματα που θυμίζουν περιόδους μεγάλων οικονομικών κρίσεων.

3. Οι τόκοι ανοίγουν νέο δημοσιονομικό μέτωπο

Ο τρίτος παράγοντας προκαλεί ίσως τη μεγαλύτερη ανησυχία στις αγορές. Αφορά το κόστος εξυπηρέτησης του αμερικανικού χρέους.

Για πολλά χρόνια, τα πολύ χαμηλά επιτόκια έδιναν στην κυβέρνηση φθηνή πρόσβαση σε χρηματοδότηση.

Ωστόσο, η μεγάλη άνοδος των επιτοκίων άλλαξε πλήρως την εικόνα.

Το CBO υπολογίζει ότι οι καθαροί τόκοι θα ξεπεράσουν το 1 τρισ. δολάρια το 2026. Το 2025, το αντίστοιχο ποσό άγγιξε τα 970 δισ. δολάρια.

Έτσι, οι τόκοι απορροφούν περίπου το 3,3% του αμερικανικού ΑΕΠ.

Παράλληλα, οι μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις εντείνουν τους φόβους. Το CBO βλέπει ετήσιο κόστος τόκων πάνω από 2,1 τρισ. δολάρια έως το 2036.

Ο μηχανισμός δημιουργεί έναν επικίνδυνο κύκλο.

Περισσότερο χρέος αυξάνει τους τόκους. Στη συνέχεια, οι υψηλότεροι τόκοι μεγαλώνουν το έλλειμμα. Έτσι, η κυβέρνηση χρειάζεται ακόμη περισσότερο νέο δανεισμό.

Τα αμερικανικά ομόλογα στέλνουν προειδοποίηση

Οι επενδυτές ζητούν πλέον υψηλότερες αποδόσεις για τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα.

Η απόδοση του 30ετούς Treasury άγγιξε το 5,337% στις 18 Αυγούστου. Παράλληλα, το 10ετές αμερικανικό ομόλογο κινήθηκε κοντά στο 4,75%.

Η άνοδος αυτή δημιουργεί δύο σοβαρές πιέσεις.

Πρώτον, η κυβέρνηση πληρώνει περισσότερα όταν εκδίδει νέο χρέος ή ανανεώνει παλαιότερες εκδόσεις.

Δεύτερον, οι υψηλότερες αποδόσεις ανεβάζουν το κόστος χρηματοδότησης στην πραγματική οικονομία.

Το 10ετές Treasury λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για στεγαστικά δάνεια, εταιρικό δανεισμό και άλλες μορφές πίστωσης.

Επομένως, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Αγγίζει πλέον νοικοκυριά, επιχειρήσεις και επενδυτές.

Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών αυξάνει τις παρεμβάσεις

Οι πιέσεις στις μακροπρόθεσμες αποδόσεις ώθησαν το υπουργείο Οικονομικών σε περισσότερες επαναγορές ομολόγων.

Έτσι, το Treasury επιδιώκει περισσότερη ρευστότητα και ηπιότερες διακυμάνσεις στην αγορά.

Ωστόσο, οι ανάγκες χρηματοδότησης παραμένουν τεράστιες.

Το υπουργείο Οικονομικών υπολογίζει καθαρό δανεισμό περίπου 739 δισ. δολαρίων για το τρίμηνο Ιουλίου – Σεπτεμβρίου 2026.

Επιπλέον, σχεδιάζει νέο δανεισμό περίπου 628 δισ. δολαρίων στο τελευταίο τρίμηνο του έτους.

Από τα $40 τρισ. προς ακόμη μεγαλύτερα επίπεδα

Το ορόσημο των 40 τρισ. δολαρίων δεν σηματοδοτεί το τέλος της ανοδικής πορείας.

Το CBO υπολογίζει ότι το χρέος στα χέρια ιδιωτών και θεσμικών επενδυτών θα φτάσει στο 101% του ΑΕΠ το 2026.

Στη συνέχεια, ο οργανισμός βλέπει το ποσοστό κοντά στο 120% του ΑΕΠ έως το 2036.

Παράλληλα, το CBO τοποθετεί το συνολικό ακαθάριστο ομοσπονδιακό χρέος κοντά στα 64 τρισ. δολάρια το 2036.

Έτσι, οι επενδυτές δεν εξετάζουν μόνο το απόλυτο ύψος του χρέους. Κοιτούν κυρίως την ταχύτητα αύξησης και το κόστος χρηματοδότησης.

Τελικά, ο μεγαλύτερος φόβος αφορά τον συνδυασμό υψηλών ελλειμμάτων, ακριβού δανεισμού και αυξανόμενων τόκων.

Παράλληλα, αυτός ο συνδυασμός περιορίζει τα δημοσιονομικά περιθώρια της Ουάσιγκτον και αυξάνει την πίεση στις διεθνείς αγορές.


Άφησε ένα σχόλιο

Your email address will not be published.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Fed: Στο μικροσκόπιο τα επιτόκια και οι νέοι κίνδυνοι για την αμερικανική οικονομία

Τα πρακτικά της Federal Reserve τραβούν σήμερα τα βλέμματα των διεθνών αγορών.

Η αμερικανική οικονομία κατεβάζει ταχύτητα – Στο 1,5% η ανάπτυξη

Η αμερικανική οικονομία έχασε σημαντική ταχύτητα κατά το δεύτερο τρίμηνο, καθώς το

Fed: Σταθερά τα επιτόκια στο 3,5% – 3,75% – Το μήνυμα προς τις αγορές

Η Fed κράτησε αμετάβλητα τα επιτόκια στο εύρος 3,5% έως 3,75%.