Η μεγάλη μεταμόρφωση της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα (1980-2025)

50 λεπτά ανάγνωση
5 Φεβρουαρίου 2026

Πώς η Αθήνα Απορρόφησε τη Νεολαία και η Επαρχία Πλήρωσε το Τίμημα της Μαζικοποίησης

I. Μείωση Πληθυσμού – Αύξηση Θέσεων

Από τη δεκαετία του 1970 μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 2020, η Ελλάδα βίωσε έναν βαθύ κοινωνικό και εκπαιδευτικό μετασχηματισμό, ο οποίος εξελίχθηκε σε ευθεία αντίθεση με τη δημογραφική της πραγματικότητα. Ενώ η χώρα έμπαινε σε τροχιά γήρανσης και υπογεννητικότητας, το κράτος επέλεξε να διογκώσει το σύστημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, δημιουργώντας μια ιστορική ανισορροπία που αναδιαμόρφωσε τις σχέσεις των φύλων, ερήμωσε την περιφέρεια και γιγάντωσε τον υδροκεφαλισμό της πρωτεύουσας.

Η αφετηρία αυτής της στρέβλωσης εντοπίζεται στη σχέση μεταξύ των γεννήσεων και των θέσεων εισαγωγής στα πανεπιστήμια. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, η Ελλάδα κατέγραφε περίπου 145.000 γεννήσεις ετησίως, τροφοδοτώντας τα πανεπιστήμια με μια γεμάτη δεξαμενή υποψηφίων. Ωστόσο, από τη δεκαετία του ’90 και μετά, άρχισε η μεγάλη δημογραφική καθίζηση. Στις αρχές του 2000 οι γεννήσεις είχαν πέσει κοντά στις 100.000, και μετά το 2010 βρέθηκαν σταθερά κάτω από τις 90.000, φτάνοντας πέρυσι τις 65.000. Το ίδιο διάστημα στις απογραφές φαίνεται έντονα η υπερσυσσωρευση νέων γυναικών σε Αθήνα – Θεσσαλονικεί (200.000+ περισσότερές των ανδρών) και η πλήρης σχεδόν απουσία τους στην πλειονότητα των οικισμών της περιφέρειας.

Η λογική υπαγόρευε ότι οι θέσεις στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα θα έπρεπε να μειωθούν αναλογικά, ίσως και στο μισό, για να διατηρηθεί η ποιότητα και η αξία των πτυχίων. Αντ’ αυτού, συνέβη το αντίθετο: οι θέσεις εισακτέων αυξήθηκαν ή διατηρήθηκαν τεχνητά υψηλές, καθιστώντας την πρόσβαση σχεδόν καθολική, ανεξαρτήτως ακαδημαϊκών προσόντων.  Συνάμα, οι κεντρικές σχολές παρέμειναν στην Αθηνά επιδείχνοντας τα ανωτέρω αποτελέσματα μετακίνηση νεανικού πληθυσμού.

ΙI. Το υπόβαθρο

Από το 2000 και μετά, η πολιτεία, ανίκανη να προσφέρει διορισμούς, κοινωνική άνοδο και πραγματικό πλούτο στη μεσαία τάξη, επέλεξε τη φθηνότερη λύση: μοίρασε μαζικά και δωρεάν κύρος. Αντί για θέσεις εργασίας, έδωσε τίτλους. Έτσι, άνοιξε διάπλατα τις πόρτες της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε ανθρώπους που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα κατευθύνονταν σε εργατικά επαγγέλματα ή θα ζούσαν σε τοπικές κοινωνίες της επαρχίας ως τεχνίτες, αγρότες και νοικοκυρές, ρόλοι που σήμερα έχουν εξαϋλωθεί. Τους έδωσε όμως και κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: το δικαίωμα να αξιώνουν θέσεις και ρόλους δυσανάλογους των δεξιοτήτων τους.

Η ιδιότητα του φοιτητή, άλλοτε ιερή και απαιτητική, εξαγοράστηκε φθηνά. Από οικογένειες που ντρέπονταν αν το παιδί τους «δεν περνούσε κάπου», και από ένα κράτος που βάφτισε τη φοιτητική ζωή κεκτημένο, όχι επιθυμία μόρφωσης. Το αποτέλεσμα είναι γενιές δήθεν μορφωμένων που δεν γνωρίζουν στοιχειώδη ιστορία ή γεωγραφία, αλλά κρατούν τίτλους που τους δίνουν φωνή, αξίωση και κοινωνικό βάρος.

Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με τα σχολεία δεύτερης ευκαιρίας. Άνθρωποι με απολυτήριο δημοτικού απέκτησαν ισοδύναμα πτυχία λυκείου χωρίς ουσιαστική προσπάθεια και τοποθετήθηκαν τυπικά δίπλα σε αποφοίτους που είχαν κοπιάσει επί χρόνια. Έτσι δημιουργήθηκε μια θεσμοθετημένη αναδρομική αδικία: εξίσωση του κόπου με τη χαλαρότητα και της προσπάθειας με την απάτη.

Παράλληλα, τα πολυετή φροντιστήρια & τα ιδιωτικά πανεπιστήμια των ευπόρων λειτούργησαν ως καθαρός αθέμιτος ανταγωνισμός. Το σύστημα παρίστανε το αξιοκρατικό, ενώ στην πράξη επιβράβευε όποιον μπορούσε να πληρώνει για χρόνια προετοιμασίας εκτός δημόσιου σχολείου. Η «επιτυχία» δεν κρίθηκε από ικανότητες, αλλά από πορτοφόλι.

Η πραγματικότητα είναι όμως ότι το ταλέντο κρίνεται σε μικρό χρονικό παράθυρο, εκεί που συναντά την προσπάθεια. Όταν αυτό το παράθυρο καταργείται και αντικαθίσταται από μαζικές, καθυστερημένες και χαριστικές πιστοποιήσεις, τότε δεν μιλάμε για κοινωνική πολιτική αλλά για θεσμική απάτη. Και όπως κάθε απάτη, το τίμημα δεν το πληρώνουν αυτοί που πήραν τα χαρτιά, αλλά η κοινωνία.

ΙII. Η Διαδρομή προς τη Μαζικοποίηση (1980-2011)

Στην αρχή αυτής της περιόδου, η πρόσβαση ήταν εξαιρετικά ελεγχόμενη. Το 1980, οι εισακτέοι ήταν μόλις 25.149 σε ένα σύνολο περίπου 90.000 υποψηφίων, με το ποσοστό επιτυχίας να περιορίζεται στο 28%. Η πολιτική που ακολουθήθηκε τις επόμενες δεκαετίες χρησιμοποίησε την αύξηση των θέσεων ως «κοινωνική βαλβίδα εκτόνωσης», οδηγώντας σε αλματώδη αύξηση της πιθανότητας εισαγωγής. Ήδη από το 1984, οι εισακτέοι διπλασιάστηκαν φτάνοντας τους 51.867 (ποσοστό επιτυχίας ~52%). Το 2010, το σύστημα έφτασε στο απόγειό του με περίπου 85.000 εισακτέους και ποσοστό επιτυχίας 81%.

Η βασική αιτία που επέτρεπε την είσοδο σχεδόν σε όλους ήταν η σχετικότητα της βάσης εισαγωγής. Η βάση δεν αποτελούσε σταθερό ακαδημαϊκό όριο ποιότητας, αλλά καθοριζόταν αποκλειστικά από τον βαθμό του τελευταίου εισακτέου. Όταν το Υπουργείο αύξανε τις θέσεις σε τμήματα χαμηλής ζήτησης, το σύστημα «τραβούσε» υποψηφίους με επιδόσεις 3, 4 ή 5, αναγκάζοντας τους καθηγητές των ΑΕΙ να χαμηλώσουν το επίπεδο διδασκαλίας και απαιτήσεων.

Ακολουθούν οι συγκεντρωτικοί πίνακες των πηγών:

Πίνακας 1: Στοιχεία Εισακτέων και Ποσοστά Επιτυχίας

Ακαδημαϊκό ΈτοςΣυνολικός Αριθμός Εισακτέων (ΑΕΙ & ΤΕΙ)Συνολικός Αριθμός Υποψηφίων (κατά προσέγγιση)Ποσοστό Επιτυχίας
198025.149~ 90.000~ 28%
198451.867~ 100.000~ 52%
199971.266~ 115.000~ 62%
2010~ 85.000~ 105.000~ 81%
2020~ 77.981~ 103.000~ 75%
202568.788~ 88.637~ 77.6%

Πίνακας 2: Η βασική  αναντιστοιχία (Γεννήσεις – Εισακτέοι)

ΈτοςΓεννήσειςΕισακτέοι
1980148.13425.149
1990102.22942.080
2000103.274~75.000
2010114.76684.690
202084.76777.981

IV. Η Ανδρική Αποχώρηση, η «Γυναικοποίηση» και η Μελέτη Mehic

Η σύνθεση του φοιτητικού πληθυσμού ανατράπηκε θεαματικά. Το 1980, το ποσοστό των γυναικών εισακτέων ήταν περίπου 40%, ενώ από το 2010 έως το 2025 το ποσοστό αυτό εκτοξεύθηκε στο 52-55%, φτάνοντας το 55-59% στα μεταπτυχιακά, ενώ σε πολλές σχολές πια ξεπερνά το 70-80%.

Αυτή η αλλαγή οφείλεται στον ανδρικό ρεαλισμό έναντι του γυναικείου κοινωνικού κινήτρου. Οι άνδρες αντιλήφθηκαν ότι το σύστημα παρήγαγε «πτυχία ανεργίας» και στράφηκαν στην τεχνική εκπαίδευση ή την αγορά εργασίας.

 Αντίθετα, για τις γυναίκες, οι σπουδές λειτούργησαν ως μηχανισμός «άλλοθι» για την αναβολή του γάμου και της τεκνοποίησης, επιτρέποντάς τους να αποφύγουν τις παραδοσιακές πιέσεις και υποχρεώσεις.

Ταυτόχρονα οι πολιτικές υπερ των γυναικών και οι διακρίσεις υπερ τους (δεκάδες προγράμματα από ΕΕ αλλά και προτίμηση τους από μεγάλες εταιρίες σε τουριστικό, νομικό, πολιτικό, δημοσιογραφικό κλπ. κλάδο όπου πολύ συχνά βλέπει κανείς σε γραφεία μόνο γυναίκες και κανέναν άνδρα) τις διευκόλυναν να πιστέψουν ότι καμία σημασία δεν έχει αν δεν βρουν δουλεία στο αντικείμενο των σπουδών καθώς όλο και κάπου θα προσληφθούν (στην Αθήνα). Οι αγγελίες με διάκριση φύλου επίσης βγάζουν μάτι.

Σημαντική είναι η επιστημονική μελέτη του Adrian Mehic (2022), η οποία έδειξε ότι σε συνθήκες διδασκαλίας με φυσική παρουσία, οι πιο «ελκυστικοί» φοιτητές (γυναίκες) λάμβαναν υψηλότερους βαθμούς. Το πλεονέκτημα αυτό εξαφανίστηκε πλήρως κατά τις OnLine εξετάσεις της πανδημίας, υποδηλώνοντας ότι η εμφάνιση λειτουργούσε ως παράγοντας μεροληψίας από την πλευρά των βαθμολογητών.

Στο πρόσφατο συνέδριο των υποστηρικτών του Εθνικού Συντηρητισμού στις ΗΠΑ δεν υπήρχε ομιλία που να συζητήθηκε περισσότερο από αυτήν της συγγραφέα Helen Andrews για τη “Μεγάλη Θηλυκοποίηση” (“Great Feminization”) της αμερικάνικης, αλλά και γενικότερα της δυτικής, κουλτούρας . Στην προκλητική αυτή ομιλία η Andrews υποστηρίζει ότι η αυξημένη παρουσία γυναικών σε θεσμικά όργανα, πανεπιστήμια και επιχειρήσεις τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας τους, δίνοντας έμφαση στο συναισθηματισμό, τη συναίνεση και την αποφυγή ρίσκου.

“Το πρόβλημα, λέει, είναι ότι οι γυναικείοι τρόποι αλληλεπίδρασης δεν ταιριάζουν στους στόχους πολλών σημαντικών θεσμών. Μπορείς να έχεις μια ακαδημαϊκή κοινότητα με πλειοψηφία γυναικών, αλλά θα είναι —όπως ήδη συμβαίνει στα πανεπιστήμια σήμερα— προσανατολισμένη σε άλλους στόχους πέρα από τον ελεύθερο διάλογο και την ανεμπόδιστη αναζήτηση της αλήθειας. Και αν η ακαδημαϊκή κοινότητα σου δεν αναζητά την αλήθεια, τι αξία έχει; Αν οι δημοσιογράφοι σου δεν είναι ιδιότροποι ατομικιστές που δεν φοβούνται να δυσαρεστήσουν τους άλλους, τι αξία έχουν; Πολλά μπορούν να συναχθούν από το γεγονός ότι η θηλυκοποίηση αυξάνεται με τον χρόνο. Μόλις οι θεσμοί φτάσουν σε ισορροπία 50–50, συνήθως την ξεπερνούν και γίνονται όλο και πιο γυναικοκρατούμενοι. Από το 2016, οι νομικές σχολές άρχισαν να γίνονται λίγο πιο “θηλυκές” κάθε χρόνο· το 2024, οι φοιτήτριες ήταν 56%. Οι θεσμοί φαίνεται να έχουν ένα “σημείο καμπής”, μετά το οποίο η θηλυκοποίηση επιταχύνεται».

Αυτό δεν μοιάζει με γυναίκες που υπεραποδίδουν· μοιάζει με γυναίκες που διώχνουν τους άνδρες, επιβάλλοντας θηλυκούς κανόνες σε πρώην ανδρικούς χώρους. Ποιος άνδρας θέλει να εργαστεί σε έναν τομέα όπου τα χαρακτηριστικά του δεν είναι ευπρόσδεκτα; Ποιος νέος άνδρας ερευνητής θα κυνηγήσει ακαδημαϊκή καριέρα όταν οι συμφοιτητές του θα τον απομονώσουν επειδή εξέφρασε ανοιχτά τις διαφωνίες του ή διατύπωσε μια “αντιδημοφιλή” γνώμη;

V. Γεωγραφική Αδικία: Η Αθήνα ως Εκπαιδευτική «Φούσκα»

Ο σχεδιασμός της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υπήρξε βαθιά άδικος για την περιφέρεια. Η Αθήνα συγκέντρωσε διαχρονικά το 60-70% της πανεπιστημιακής ισχύος, διατηρώντας όλες τις σχολές υψηλού κύρους (ΕΜΠ, Ιατρική, Νομική, ΑΣΟΕΕ). Ενδεικτικά, μόνο το ΕΚΠΑ διαθέτει περίπου 40 ενεργά τμήματα.

Στην επαρχία ιδρύθηκαν τμήματα «δεύτερης ταχύτητας» (π.χ. Τεχνολογίας Ξύλου, Ιχθυοκαλλιεργειών), πολλά από τα οποία καταργήθηκαν ή συρρικνώθηκαν με το Σχέδιο «Αθηνά» και την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ).

Ενώ στην περιφέρεια το «μαχαίρι» έπεσε βαρύ, η Αθήνα δεν έχασε σχεδόν τίποτα, ενώ τα ΤΕΙ της αναβαθμίστηκαν σε Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής. Επιπλέον, ο ιδιωτικός τομέας (Κολλέγια, ΙΕΚ) και τα προγράμματα κατάρτισης (ΔΥΠΑ) συγκεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στην Αττική. Για το 2026, τα προγράμματα κατάρτισης αφορούν 170.000 άτομα, με τη μερίδα του λέοντος στην πρωτεύουσα.

VI. Η Ερήμωση της Επαρχίας και η Κοινωνική Ανισορροπία

Το τελικό αποτέλεσμα ήταν η λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος ως μια τέλεια αντλία πληθυσμού. Οι νέες γυναίκες της επαρχίας χρησιμοποίησαν την εύκολη πρόσβαση στις σχολές ως εφαλτήριο φυγής προς την Αθήνα. Μετά το πτυχίο, εθισμένες στον αστικό τρόπο ζωής, παρέμειναν στα μεγάλα κέντρα για εργασία στον τομέα των υπηρεσιών. Παράλληλα, οι ήδη Αθηναίες, ούτε σκέψη να μετοικήσουν στην επαρχία, συντηρώντας έτσι το υδροκεφαλικό μοντέλο ως πρωταγωνίστριες.

Η επαρχία άδειασε από το πιο ζωτικό της κομμάτι: τις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Τα χωριά έμειναν με γερασμένους γονείς και εργένηδες άνδρες, χωρίς καμία προοπτική δημιουργίας νέων οικογενειών. Το κράτος επέλεξε να θυσιάσει τη δημογραφική ισορροπία της χώρας για να ικανοποιήσει την ψευδαίσθηση της κοινωνικής ανόδου μέσω ενός πληθωρισμένου πτυχίου, αφήνοντας πίσω μια επαρχία δημογραφικά τραυματισμένη και εκπαιδευτικά υποβαθμισμένη.

VIΙ. Η αναγκαιότητα της άμεσης αναστροφής.

Στη διεθνή εμπειρία, τα μεγάλα πανεπιστήμια δεν λειτουργούν ως μονολιθικές δομές εγκλωβισμένες σε μία πόλη, αλλά ως πολυκεντρικά συστήματα με πολλαπλές έδρες, κλινικές, σχολές και ερευνητικούς κόμβους, κατανεμημένους σε διαφορετικές περιοχές, χωρίς να θίγεται ούτε το επίπεδο σπουδών ούτε το κύρος του πτυχίου. Είναι ένα μοντέλο που εφαρμόζεται διεθνώς εδώ και δεκαετίες, απλώς η Ελλάδα έκανε συστηματικά το ακριβώς αντίθετο. Η συγκέντρωση των σοβαρών και υψηλού κύρους σχολών στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη δεν προέκυψε από κάποια αντικειμενική αναγκαιότητα, αλλά από πολιτικές επιλογές που υπονόμευσαν την περιφέρεια, απορρόφησαν τον νεανικό πληθυσμό στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα και τελικά επιδείνωσαν το δημογραφικό και κοινωνικό πρόβλημα.

Η βασική αρχή που εφαρμόζεται στις σοβαρές χώρες είναι ότι τα μεγάλα πανεπιστημιακά ιδρύματα δεν λειτουργούν ως μονολιθικά, κλειστά συστήματα. Αντιθέτως, έχουν πολλαπλές έδρες, πολλαπλά νοσοκομεία αναφοράς, πολλαπλές γεωγραφικές παρουσίες, με το κύρος να ανήκει στο ίδρυμα και όχι στο κτήριο ή στην πόλη. Αυτό ακριβώς επιτρέπει τη διάσπαση χωρίς διάλυση, τη γεωγραφική επέκταση χωρίς απώλεια ακαδημαϊκού βάρους και, κυρίως, τη μεταφορά πραγματικού πληθυσμού εκτός μητροπολιτικών κέντρων.

Το πιο ώριμο και ασφαλές παράδειγμα για μια τέτοια πολιτική είναι η Ιατρική. Διεθνώς, στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι μεγάλες ιατρικές σχολές λειτουργούν με ένα κεντρικό campus και πέντε, δέκα ή και περισσότερα clinical campuses σε μικρές πόλεις. Στη Γερμανία, οι φοιτητές μετακινούνται υποχρεωτικά σε διαφορετικές πόλεις κατά το κλινικό στάδιο, ενώ στις σκανδιναβικές χώρες η κλινική εκπαίδευση σε περιφερειακά νοσοκομεία θεωρείται αυτονόητο μέρος της εκπαίδευσης και όχι υποβάθμιση. Κανείς δεν αμφισβητεί το επίπεδο των πτυχίων αυτών.

Σε ένα απολύτως ρεαλιστικό ελληνικό μοντέλο, η Ιατρική Αθήνας θα μπορούσε να διατηρεί πλήρως τον θεωρητικό και εργαστηριακό κορμό των πρώτων ετών στην Αθήνα, ενώ τα κλινικά έτη να κατανέμονται υποχρεωτικά σε περιφερειακές έδρες (Το Αγρίνιο θα μπορούσε να φιλοξενεί παθολογία, γενική ιατρική και γηριατρική, η Άρτα χειρουργικές κλινικές και ΤΕΠ, η Πρέβεζα πρωτοβάθμια φροντίδα και δημόσια υγεία, η Σπάρτη ορθοπεδική και αθλητιατρική κλπ.). Ο φοιτητής δεν θα «φεύγει» από την Ιατρική Αθήνας, απλώς θα ζει και θα εκπαιδεύεται για δύο ή τρία χρόνια σε άλλη πόλη, μαζί με εκατοντάδες νέους ανθρώπους, γιατρούς, ειδικευόμενους και καθηγητές, δηλαδή μόνιμο πληθυσμό και όχι εποχικούς επισκέπτες.

Σε άλλο παράδειγμα, διεθνώς, η γεωπονική εκπαίδευση δεν βρίσκεται σε πρωτεύουσες αλλά δίπλα στην παραγωγή. Το Wageningen στην Ολλανδία είναι μια μικρή πόλη παγκόσμιου κύρους, στη Γαλλία τα αγροτικά πανεπιστήμια βρίσκονται εκτός Παρισιού και στην Ιταλία οι γεωπονικές σχολές είναι άρρηκτα δεμένες με τις αγροτικές περιοχές. Στην Ελλάδα, αντιθέτως, το Γεωπονικό παραμένει συγκεντρωμένο στην Αθήνα.

Η λύση δεν είναι η μετακόμιση, αλλά η διάσπαση σε ομοσπονδιακή δομή. Η Αθήνα θα μπορούσε να διατηρεί τη διοίκηση, τη βασική έρευνα και τον θεωρητικό κορμό, ενώ η Καρδίτσα να αναλάβει τη φυτική παραγωγή και την αγροτεχνολογία, το Μεσολόγγι τις υδατοκαλλιέργειες και την αλιεία – έναν τομέα που ήδη υπήρχε αλλά υποβαθμίστηκε – και το Αγρίνιο τη ζωική παραγωγή και την αγροοικονομία. Ένα πτυχίο, μία σχολή, πολλές πόλεις, χωρίς κλείσιμο της Αθήνας και χωρίς απώλεια κύρους.

Η Κτηνιατρική είναι μια ακόμη σχολή-μαγνήτης πληθυσμού, διεθνώς αποκεντρωμένη και στενά συνδεδεμένη με αγροτικές περιοχές, η οποία φέρνει μόνιμο επιστημονικό προσωπικό. Ένα απολύτως ρεαλιστικό μοντέλο θα ήταν μια κεντρική έδρα σε Αθήνα ή Θεσσαλονίκη και μια δεύτερη πλήρης, ισοδύναμη έδρα στην Άρτα ή την Καρδίτσα, όχι ως παράρτημα αλλά ως ισότιμο σκέλος του ίδιου ιδρύματος.

Στις θεωρητικές και τεχνολογικές σχολές, η υπερσυγκέντρωση είναι εξίσου προβληματική. Δεν είναι δυνατόν όλες οι Νομικές, όλα τα Οικονομικά και σχεδόν όλη η Πληροφορική να βρίσκονται σε δύο πόλεις. Αλλού, λείπει η σύνδεση Σχολών με την «Αργυρή Οικονομία» (Silver Economy) πχ με μεταφορά τμημάτων Νοσηλευτικής, Εργοθεραπείας και Κοινωνιολογίας σε περιοχές με υψηλό δείκτη ηλικιωμένων και έντονο δημογραφικό πρόβλημα (π.χ. ορεινή Αρκαδία ή Ευρυτανία).

Το πιο ανώδυνο και άμεσο εργαλείο, ωστόσο, είναι τα μεταπτυχιακά. Αν πραγματικά ήθελε κανείς να μεταφέρει πληθυσμό χωρίς καμία κοινωνική αντίδραση, όλα τα νέα μεταπτυχιακά θα μπορούσαν να ιδρύονται εκτός Αθήνας. Δεν υπάρχει απώλεια κύρους, δεν επιβάλλεται μετακόμιση σε προπτυχιακούς και εξασφαλίζεται άμεση εισροή νέων 25–35 ετών, δηλαδή του πιο κρίσιμου ηλικιακά πληθυσμού.

Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα δεν απέτυχε επειδή δεν είχε σχολές στην επαρχία. Απέτυχε επειδή κράτησε όλες τις σοβαρές σχολές στην Αθήνα, έδωσε στην περιφέρεια σχολές χαμηλής ζήτησης και στη συνέχεια τις έκλεισε. Έτσι, οι φοιτητές και ειδικά οι γυναίκες συγκεντρώθηκαν στην Αθήνα, η πρωτεύουσα έμεινε ζωντανή, η επαρχία άδειασε και το δημογραφικό πρόβλημα έγινε εφιάλτης, πυροδοτώντας και το στεγαστικό.

Άφησε ένα σχόλιο

Your email address will not be published.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

S&P: Σύγκλιση της Ελλάδας με την Ευρωζώνη και ισχυρό σήμα για νέα αναβάθμιση

Θετική δυναμική για την ελληνική οικονομία και σαφές μήνυμα σύγκλισης με τον

“Bloomberg Lab powered by Piraeus” στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς

H Πειραιώς, στο πλαίσιο της στρατηγικής για ενίσχυση της ποιοτικής εκπαίδευσης ως

Moody’s: Πιστωτικά θετική η φορολογική μεταρρύθμιση – Δημοσιονομική ανάσα με ρίσκο

Το νέο φορολογικό πακέτο που ανακοίνωσε η ελληνική κυβέρνηση αξιοποιεί τη δημοσιονομική