Η ΤτΕ προειδοποιεί για αυξημένους κινδύνους, λόγω γεωπολιτικών εντάσεων, ενεργειακών ανατιμήσεων και τεχνητής νοημοσύνης.
Γεωπολιτικές εντάσεις, άνοδος των διεθνών τιμών της ενέργειας, κίνδυνος απότομης ανατιμολόγησης των περιουσιακών στοιχείων στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων αλλά και η ταχεία ανάπτυξη των προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, συνθέτουν ένα περιβάλλον αυξημένων κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην χώρα, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος.
Ωστόσο, η έκθεση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ΤτΕ, που δημοσιεύεται δύο φορές τον χρόνο, εντοπίζει ότι παρά τις διεθνείς αβεβαιότητες, ο ελληνικός τραπεζικός τομέας διατηρεί ισχυρή κερδοφορία, υψηλή ρευστότητα και ικανοποιητική κεφαλαιακή επάρκεια, με τις πρόσφατες αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής διαβάθμισης και των προοπτικών των ελληνικών τραπεζών να καταδεικνύουν την ενίσχυση της ανθεκτικότητά τους σε ενδεχόμενες διαταραχές.
Μεταξύ άλλων επισημαίνεται ότι τα κέρδη των τραπεζικών ομίλων ανήλθαν σε 2,6 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του έτους, ενώ η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται με ρυθμό υψηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Την ίδια ώρα όμως, η επιμονή των πληθωριστικών πιέσεων, η μικρή αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και οι νέες προκλήσεις που αναδύονται από την τεχνητή νοημοσύνη και τις κυβερνοαπειλές κρίνεται πως διατηρούν στο προσκήνιο την ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη αναφέρεται ότι η ταχεία ανάπτυξη μοντέλων αιχμής (Frontier AI models) αναδεικνύεται σε παράγοντα δυνητικού συστημικού κινδύνου κυρίως λόγω της δυνατότητάς τους να ενισχύουν τις κυβερνοαπειλές και να δημιουργούν φαινόμενα εξάρτησης από περιορισμένο αριθμό παρόχων και τεχνολογικών υποδομών.
Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ακόμα ότι η διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας προϋποθέτει συνετή διαχείριση των κινδύνων, ενίσχυση της ψηφιακής επιχειρησιακής ανθεκτικότητας και συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που θωρακίζουν την οικονομία απέναντι σε εξωτερικές διαταραχές. Παράλληλα, αναδεικνύει την ανάγκη περαιτέρω εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής ενοποίησης, με την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και την προώθηση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, ώστε οι ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις να διοχετεύονται αποτελεσματικότερα σε παραγωγικές επενδύσεις, τεχνολογική καινοτομία και πράσινη ενέργεια.
Σύνοψη της Έκθεσης Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας – Οκτώβριος 2026
“Οι εντεινόμενοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι επηρεάζουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η κλιμάκωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή και η διαταραχή των διεθνών ενεργειακών ροών έχουν προκαλέσει απότομη άνοδο των διεθνών τιμών της ενέργειας, επιβαρύνοντας τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης και αναζωπυρώνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο περιβάλλον αυτό, οι υψηλές αποτιμήσεις και η συγκέντρωση στις αγορές μεμονωμένων μετοχικών τίτλων στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης ενισχύουν τον κίνδυνο απότομης ανατιμολόγησης των περιουσιακών στοιχείων στις διεθνείς αγορές.
Παράλληλα, η ταχεία ανάπτυξη των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης αιχμής (Frontier AI models) αναδεικνύεται σε παράγοντα δυνητικού συστημικού κινδύνου, ιδίως λόγω της δυνατότητάς τους να ενισχύουν τις κυβερνοαπειλές και να δημιουργούν φαινόμενα εξάρτησης από περιορισμένο αριθμό παρόχων και τεχνολογικών υποδομών.
Επιπρόσθετα, η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων σε παγκόσμιο επίπεδο επιβαρύνει το κόστος αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους, εντείνοντας τις ανησυχίες για τις οικονομίες των χωρών με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια. Ταυτόχρονα, η άνοδος των αποδόσεων επηρεάζει αρνητικά τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων, καθώς αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης.
Η ελληνική οικονομία διατήρησε τη θετική δυναμική της και το πρώτο εξάμηνο του 2026. O ετήσιος ρυθμός αύξησης του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος διαμορφώθηκε σε 1,9%, ελαφρώς χαμηλότερα σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025 (2,1%) και σημαντικά υψηλότερα σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης (0,9%), παρά την αστάθεια στο διεθνές περιβάλλον που σχετίζεται κυρίως με την αύξηση των τιμών της ενέργειας. Η μεγέθυνση της οικονομικής δραστηριότητας στηρίχθηκε πρωτίστως στην άνοδο των επενδύσεων (που κατέγραψαν υπερδιπλάσιο ρυθμό αύξησης σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025), αλλά και της ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης, ενώ αρνητική ήταν η συνεισφορά του εξωτερικού τομέα.
Επιπρόσθετα, η αγορά εργασίας συνέχισε να αναπτύσσεται και το πρώτο εξάμηνο του 2026, με την απασχόληση όμως να αυξάνεται με ηπιότερους ρυθμούς σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Ο πληθωρισμός, όπως μετρείται από τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), ενισχύθηκε στο 3,8% το διάστημα Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2026, έναντι 3,0% την αντίστοιχη περίοδο του 2025, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο των χωρών της ζώνης του ευρώ (2,8%).
Το πρώτο εξάμηνο του 2026 διατηρήθηκε η θετική πορεία των θεμελιωδών μεγεθών του τραπεζικού τομέα. Η κερδοφορία βελτιώθηκε περαιτέρω, ενώ η κεφαλαιακή επάρκεια και η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των ελληνικών τραπεζών διατηρήθηκαν σε ικανοποιητικά επίπεδα, με τη ρευστότητα να παραμένει πάνω από τον μέσο όρο των χωρών της Τραπεζικής Ένωσης. Οι πρόσφατες αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής διαβάθμισης και των προοπτικών των ελληνικών τραπεζών καταδεικνύουν την ενίσχυση της ανθεκτικότητά τους σε ενδεχόμενες διαταραχές.
Οι συνθήκες ρευστότητας των ελληνικών τραπεζικών ομίλων παρέμειναν ευνοϊκές, με τις εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης να ενισχύονται περαιτέρω. Το πρώτο εξάμηνο του 2026 οι δείκτες ρευστότητας των ελληνικών τραπεζικών ομίλων παρέμειναν σε επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από τις εποπτικές απαιτήσεις. Ειδικότερα, ο Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας (Liquidity Coverage Ratio – LCR) διαμορφώθηκε σε 197,8% και ο Δείκτης Καθαρής Σταθερής Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας Οκτώβριος 2026 7 Χρηματοδότησης (Net Stable Funding Ratio – NSFR) σε 134,7% τον Ιούνιο του 2026. Η ρευστότητα που διαθέτουν οι ελληνικές τράπεζες, σε συνδυασμό με την απρόσκοπτη πρόσβασή τους στη διατραπεζική αγορά και τις κεφαλαιαγορές, έχει ενισχύσει σημαντικά την ανθεκτικότητά τους.
Η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων παρουσίασε μικρή επιδείνωση. Τον Ιούνιο του 2026 το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) σε ατομική βάση διαμορφώθηκε σε 6,2 δισεκ. ευρώ, αυξημένο κατά 9,3% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025, κυρίως λόγω της καθαρής εισροής νέων ΜΕΔ. Ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων σε ατομική βάση διαμορφώθηκε σε 3,4% τον Ιούνιο του 2026, έναντι 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025.
Το 2026 οι ελληνικές τράπεζες σημείωσαν πρόοδο στην ενίσχυση του πλαισίου διαχείρισης του λειτουργικού κινδύνου. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός, οι αυξημένες και εξελιγμένες κυβερνοαπειλές με την ανάπτυξη μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης αιχμής, καθώς και η σημαντική εξάρτηση από τρίτους παρόχους Τεχνολογιών Πληροφοριών και Επικοινωνιών καθιστούν αναγκαία τη μετάβαση σ’ ένα σύγχρονο μοντέλο ψηφιακής επιχειρησιακής ανθεκτικότητας.
Η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζικών ομίλων βελτιώθηκε περαιτέρω. Το πρώτο εξάμηνο του 2026 οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι κατέγραψαν κέρδη μετά από φόρους και διακοπτόμενες δραστηριότητες ύψους 2,6 δισεκ. ευρώ, αυξημένα κατά 3,8% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Αναλυτικότερα, το πρώτο εξάμηνο του 2026 τα λειτουργικά έσοδα των ελληνικών τραπεζικών ομίλων ενισχύθηκαν κατά 6,8% σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025. Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 5,6% χάρη στην πιστωτική επέκταση και τη σημαντική αύξηση των θέσεων σε χρεόγραφα ξένων κρατών. Ταυτόχρονα, τα καθαρά έσοδα από προμήθειες ενισχύθηκαν κατά 18,5%. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, τα έσοδα από κύριες τραπεζικές εργασίες (δηλαδή τα καθαρά έσοδα από τόκους και προμήθειες) αυξήθηκαν κατά 8,3% σε ετήσια βάση. Παράλληλα, τα έσοδα από χρηματοοικονομικές πράξεις μειώθηκαν το πρώτο εξάμηνο του 2026, ενώ τα λοιπά λειτουργικά αποτελέσματα παρουσίασαν ανοδική πορεία. Επιπρόσθετα, τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν κατά 9,3%, ενώ οι προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο μειώθηκαν κατά 27,8% το πρώτο εξάμηνο του 2026 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Κατά συνέπεια, οι δείκτες αποδοτικότητας ενεργητικού (Return on Assets – RoA) και ιδίων κεφαλαίων (Return on Equity – RoE) των τραπεζικών ομίλων ανήλθαν σε 1,3% και 12,1% αντίστοιχα.
Η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων διατηρήθηκε σε ικανοποιητικό επίπεδο το πρώτο εξάμηνο του 2026. Ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 ratio – CET1 ratio) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε σε 14,8% τον Ιούνιο του 2026, από 15,4% τον Δεκέμβριο του 2025, και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου (Total Capital Ratio – TCR) υποχώρησε οριακά σε 19,6%, από 19,8% τον Δεκέμβριο του 2025. Το γεγονός ότι οι δύο δείκτες υποχώρησαν σε διαφορετικό βαθμό οφείλεται στην έκδοση κεφαλαιακών μέσων τα οποία προσμετρούνται μεν στα εποπτικά ίδια κεφάλαια, αλλά δεν αποτελούν μέρος του Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1). Επίσης, αν και οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred Tax Credits – DTCs) εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό των Κεφαλαίων Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Ιούνιος 2026: 36,0%, Δεκέμβριος 2025: 39,7%), η σταδιακή απόσβεσή τους έχει επιταχυνθεί λόγω της υλοποίησης του εθελοντικού προγράμματος ταχύτερης απομείωσής τους.
Στο τρέχον μακροοικονομικό και χρηματοπιστωτικό περιβάλλον παραμένει καίριας σημασίας η εφαρμογή κατάλληλης μακροπροληπτικής πολιτικής για την αποφυγή της συσσώρευσης συστημικών κινδύνων και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του τραπεζικού τομέα. H Τράπεζα της Ελλάδος αξιολογεί ανά τρίμηνο την ένταση των κυκλικών συστημικών κινδύνων και την καταλληλότητα του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας (Countercyclical Capital Buffer ‒ CCyB) για την Ελλάδα και το καθορίζει ή το προσαρμόζει, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. H ανάλυση των δεικτών που εξετάζει η Τράπεζα της Ελλάδος επιβεβαιώνει την εκτίμηση περί απουσίας υπέρμετρης πιστωτικής επέκτασης συνολικά, αλλά αναδεικνύει την απαρχή συσσώρευσης κυκλικών συστημικών κινδύνων σε επιμέρους τομείς, όπως η χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, οι τιμές των οικιστικών ακινήτων και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Επιπλέον, το εγχώριο μακροοικονομικό περιβάλλον, η περαιτέρω βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών και των εποπτικών δεικτών του τραπεζικού τομέα, καθώς και η αναδιάρθρωση λιγότερο σημαντικών τραπεζών εξακολουθούν να διαμορφώνουν ευνοϊκές συνθήκες για τη δημιουργία μακροπροληπτικού χώρου, που θα διασφαλίζει τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος μεσοπρόθεσμα. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, τον Οκτώβριο του 2025 η Τράπεζα της Ελλάδος καθόρισε το ποσοστό αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας για την Ελλάδα στο 0,5%, δηλ. στο επίπεδο του επιδιωκόμενου ποσοστού θετικού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας σε ουδέτερο περιβάλλον κινδύνου (Positive Neutral Countercyclical Capital Buffer – PN CCyB), με εφαρμογή από 1ης Οκτωβρίου 2026. Δεδομένου ότι η αξιολόγηση των κυκλικών συστημικών κινδύνων στην Ελλάδα για το 2026 κατέδειξε ότι αυτοί παραμένουν περιορισμένοι, δεν κρίθηκε αναγκαία η μεταβολή του ισχύοντος ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας.
Το πρώτο εξάμηνο του 2026 η ελληνική ασφαλιστική αγορά διατήρησε τη χρηματοοικονομική της ευρωστία, ενισχύοντας περαιτέρω την ανθεκτικότητα και τη σταθερότητά της. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, μέσω της αποτελεσματικής διαχείρισης των υφιστάμενων και αναδυόμενων κινδύνων, προσαρμόζονται στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, διασφαλίζοντας Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας Οκτώβριος 2026 9 την απρόσκοπτη λειτουργία του κλάδου και τη σημαντική συμβολή του στην οικονομία και την κοινωνία.
Οι διαχειριστές πιστώσεων διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση του μη εξυπηρετούμενου ιδιωτικού χρέους στην Ελλάδα. Τον Ιούνιο του 2026 η συνολική αξία των υπό διαχείριση ανοιγμάτων των διαχειριστών πιστώσεων ανήλθε σε 91,3 δισεκ. ευρώ. Από το σύνολο των υπό διαχείριση ανοιγμάτων, 81,5 δισεκ. ευρώ (ή 89,2%) αφορούν ανοίγματα υπό διαχείριση για λογαριασμό αγοραστών πιστώσεων, ενώ τα υπόλοιπα 9,8 δισεκ. ευρώ (ή 10,8%) αφορούν τη διαχείριση ανοιγμάτων για λογαριασμό πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Ως προς τη διάρθρωση του χαρτοφυλακίου που διαχειρίζονται οι διαχειριστές πιστώσεων, το μεγαλύτερο μέρος (84,7%) αφορά μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα και το υπόλοιπο (15,3%) αφορά εξυπηρετούμενα ανοίγματα. Tον Σεπτέμβριο του 2026 το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ανακοίνωσε νέο πλαίσιο για τη ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους και τη λειτουργία των διαχειριστών πιστώσεων. Το εν λόγω πλαίσιο, που βρίσκεται υπό διαβούλευση, αναμένεται να εισάγει δέσμη παρεμβάσεων για την ενίσχυση της προστασίας των οφειλετών, αλλά και για την αυστηροποίηση της εποπτείας, διαφάνειας και λογοδοσίας των διαχειριστών πιστώσεων.
Το 2026 τα Ιδρύματα Πληρωμών (ΙΠ) και τα Ιδρύματα Ηλεκτρονικού Χρήματος (ΙΗΧ) ενίσχυσαν τη δραστηριότητά τους και την κεφαλαιακή τους βάση. Η συνολική αξία των πράξεων πληρωμών που διενεργήθηκαν από τα ΙΠ την περίοδο αναφοράς του έτους 2026 (1.7.2025 έως 30.06.2026) ανήλθε σε 68,5 δισεκ. ευρώ, αυξημένη κατά 7,2% σε σχέση με την περίοδο αναφοράς του έτους 2025 (1.7.2024 έως 30.06.2025). Αντίστοιχα, η συνολική ετήσια αξία των πράξεων πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν την περίοδο αναφοράς του 2026 από τα ΙΗΧ ανήλθε σε 12,3 δισεκ. ευρώ, αυξημένη κατά 35,1% (από 9,1 δισεκ. ευρώ) σε σχέση με την περίοδο αναφοράς του 2025.
Το 2026 οι υποδομές του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δηλαδή τα συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού των συναλλαγών, λειτούργησαν αποτελεσματικά, εξασφαλίζοντας ασφαλείς και αξιόπιστες συναλλαγές. Όσον αφορά τις κάρτες πληρωμών, αύξηση κατέγραψαν τόσο ο συνολικός αριθμός όσο και η συνολική αξία των συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν το πρώτο εξάμηνο του 2026, σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των συναλλαγών με κάρτες αυξήθηκε κατά 9%, ενώ η αναλογούσα αξία διαμορφώθηκε στα 60 δισεκ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 5%. Αντίθετα, το πρώτο εξάμηνο του 2026 καταγράφηκε μείωση του αριθμού συναλλαγών απάτης στις συναλλαγές με κάρτες πληρωμών κατά 23% σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στα ενισχυμένα μέτρα πρόληψης, την αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων και την αυξημένη ενημέρωση των χρηστών μέσων πληρωμών. Σημαντική άνοδο κατά 54% το πρώτο εξάμηνο του 2026 κατέγραψαν και οι άμεσες μεταφορές πιστώσεων μέσω της υπηρεσίας “IRIS”, καταδεικνύοντας τη σημασία της υπηρεσίας στην ομαλή και σταδιακή διεύρυνση της χρήσης των άμεσων πληρωμών στις μεταφορές χρημάτων.
Oι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας παραμένουν ευνοϊκές. Οι διεθνείς γεωπολιτικές και εμπορικές εντάσεις, η άνοδος του ενεργειακού κόστους οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις και ο κίνδυνος απότομης ανατιμολόγησης των περιουσιακών στοιχείων στις χρηματοπιστωτικές αγοΈκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας Οκτώβριος 2026 10 ρές αποτελούν τους εξωγενείς παράγοντες που επηρεάζουν τις βραχυπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης. Εντούτοις, η ελληνική οικονομία εμφανίζει σήμερα μεγαλύτερη ικανότητα απορρόφησης εξωτερικών διαταραχών, χάρη στα ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη, τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και τη συσσωρευμένη εμπειρία από τη διαχείριση διαδοχικών κρίσεων.
Ο εγχώριος τραπεζικός τομέας διαθέτει ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη και είναι σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν να αντιμετωπίσει τυχόν διαταραχές. Η εύρωστη χρηματοοικονομική θέση των ελληνικών τραπεζών τους επιτρέπει να συνεχίσουν τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας μέσω της παροχής νέων πιστώσεων. Ωστόσο, μια απότομη διόρθωση στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανατιμολόγηση των κινδύνων στις χρηματοπιστωτικές αγορές και να επηρεάσει δυσμενώς την δυνατότητα και τους όρους χρηματοδότησης των οικονομικών μονάδων. Στο πλαίσιο αυτό, οι ελληνικές τράπεζες θα πρέπει να διατηρήσουν την ανθεκτικότητά τους και να επενδύσουν στον ψηφιακό μετασχηματισμό τους. Με τον τρόπο αυτό θα συνεχίσουν να στηρίζουν τις επενδύσεις και τη διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη.
Η ανάληψη πρωτοβουλιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο συμβάλει στην αντιμετώπιση των εξωγενών προκλήσεων. Η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και η προώθηση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων θα βαθύνουν τη χρηματοπιστωτική ενοποίηση. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση (EE), η οποία σήμερα αποταμιεύει πολύ περισσότερα απ’ ό,τι επενδύει, η διοχέτευση των αποταμιεύσεών της – που σήμερα σε μεγάλο βαθμό χρηματοδοτούν ξένες επενδύσεις – στην ευρωπαϊκή οικονομία αποτελεί βασική επιδίωξη, ούτως ώστε να χρηματοδοτηθούν επενδύσεις στους τομείς της τεχνολογίας, της καινοτομίας και της πράσινης ενέργειας, μειώνοντας παράλληλα την εξάρτηση της EE από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και ενισχύοντας την αμυντική της ικανότητα. Η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, η εξάλειψη των εμποδίων που απομένουν στις διασυνοριακές συναλλαγές και η δημιουργία μηχανισμού έκδοσης κοινού, ασφαλούς χρέους, στο πρότυπο του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Recovery and Resilience Facility – RRF), για τη χρηματοδότηση δημόσιων αγαθών πρέπει να αποτελούν βασικές προτεραιότητες για την ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της ανταγωνιστικότητας στην EE, καθώς και για την ενίσχυση του διεθνούς ρόλου του ευρώ. Στην κατεύθυνση αυτή κινούνται οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας του τραπεζικού τομέα της ΕΕ και την ενίσχυση της ενιαίας αγοράς τραπεζικών υπηρεσιών”.