Χρειάστηκε ελάχιστος χρόνος δημόσιας έκθεσης για να γίνει φανερό ότι η Μαρία Καρυστιανού δεν συνιστά ολοκληρωμένο πολιτικό μέγεθος.
Μία-δύο τηλεοπτικές εμφανίσεις, λίγες «πολιτικές» αναρτήσεις και η παρουσία συνεργατών της αρκούσαν για να αποκαλυφθεί ένα θολό, αμήχανο και ελλιπές αφήγημα. Η αρχική της αποθέωση βασίστηκε στην απόσταση και στο πέπλο σιωπής· όσο όμως το κρυφτό τελειώνει, η αποδόμηση επιταχύνεται. Και μάλιστα αυτοϋπονομευτικά, με κάθε λέξη που δεν πατά σε πολιτικό έδαφος.
Οι δημοσκοπήσεις μπορεί ακόμη να τη μετρούν ψηλά στη δυνητική ψήφο ενός ανύπαρκτου φορέα, όμως η αποστεφάνωση έχει ξεκινήσει. Η εικόνα ξεφουσκώνει όσο η ουσία απαιτείται. Η πολιτική δεν συγχωρεί την αμηχανία, ούτε τις έτοιμες απαντήσεις της πλάκας.
Στον αντίποδα, η Ζωή Κωνσταντοπούλου κρατά σφιχτά τα γκέμια. Πολλοί προέβλεπαν ότι η Καρυστιανού θα αποψιλώσει την Πλεύση Ελευθερίας· σφάλμα εκτίμησης. Η σαρωτική παρουσία της Ζωής σε όλο το φάσμα της αντισυστημικής μάζας δεν αφήνει χώρο στον λεπτεπίλεπτο ναρκισσισμό μιας φιγούρας που μπέρδεψε τη λάμψη ενός τραύματος με πολιτικό μπόι.
Η Καρυστιανού δεν ξέρει να μιλά πολιτικά—ή δεν τολμά. Φοβικότητα στις ερωτήσεις, καταφύγιο στα κλισέ, άμυνα αντί για θέση. Αντίθετα, η Ζωή λειτουργεί ως πολιτικό άρμα μάχης: επιθετική, αδιάλλακτη, έτοιμη να αρπάξει την ευκαιρία και να τινάξει το σκηνικό στον αέρα.
Ποια θα κυριαρχήσει; Εκείνη που ψελλίζει κοινοτοπίες ή εκείνη που ουρλιάζει όπου χρειαστεί, αδιαφορώντας για το κόστος; Η απάντηση φαίνεται ήδη.