Σε μια πολιτική κίνηση υψηλού συμβολισμού, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να ανοίξει τη συζήτηση για τον διαχωρισμό υπουργού και βουλευτή.
Eπιχειρώντας έτσι να σηματοδοτήσει μια ρήξη με το πελατειακό κράτος και τις χρόνιες παθογένειες. Με φόντο την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, το μήνυμα ήταν σαφές: η κυβέρνηση επιδιώκει να δείξει ότι μαθαίνει από τα λάθη και προχωρά σε θεσμικές τομές.
Η παρέμβαση του πρωθυπουργού είχε τριπλό στόχο. Πρώτον, έστειλε σαφές σήμα προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να επισπεύσει τις διαδικασίες, αποφεύγοντας την πολιτική ομηρεία. Δεύτερον, επανέφερε στο προσκήνιο τις μεταρρυθμίσεις ψηφιοποίησης ως παράδειγμα περιορισμού της διαφθοράς. Τρίτον, έθεσε στο τραπέζι το ασυμβίβαστο υπουργού – βουλευτή, αν και με εμφανείς περιορισμούς, καθώς δεν αποκλείεται η επαναδιεκδίκηση της έδρας.
Παράλληλα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης άνοιξε και το ζήτημα της μείωσης του αριθμού των βουλευτών, εντάσσοντάς το στη συζήτηση της επόμενης Συνταγματικής Αναθεώρησης. Το σενάριο αυτό επιχειρεί να απαντήσει στις ανησυχίες για τη διατήρηση πολιτικών γραφείων και την άγρα σταυρών.
Στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, το κλίμα παραμένει μεικτό. Ορισμένοι βουλευτές βλέπουν θετικά τη θεσμική πρωτοβουλία, άλλοι όμως εκφράζουν επιφυλάξεις για την εφαρμοσιμότητα. Την ίδια στιγμή, η επικείμενη διαβίβαση δικογραφιών και οι ψηφοφορίες για άρση ασυλίας ενδέχεται να προκαλέσουν εσωκομματικές αναταράξεις.
Σε κάθε περίπτωση, ο πρωθυπουργός επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από τη διαχείριση της κρίσης σε μια ατζέντα θεσμικής ανανέωσης, ενόψει των εξελίξεων που θα κορυφωθούν μετά το 2027.