Η πολιτική δεν κρίνεται από τις εντυπώσεις, αλλά από τους συσχετισμούς και τις προτάσεις

12 λεπτά ανάγνωση
19 Ιουνίου 2026

Το σημερινό πολιτικό σκηνικό χαρακτηρίζεται από μια εμφανή αντίφαση.

Από τη μία πλευρά καταγράφεται κοινωνική δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση και υπαρκτά ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία των θεσμών, τη Δικαιοσύνη και το κόστος ζωής. Από την άλλη, η αντιπολίτευση αδυνατεί να μετατρέψει αυτή τη δυσαρέσκεια σε πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας.

Έτσι, παρά τη φθορά της κυβέρνησης, οι πολιτικοί συσχετισμοί παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητοι. Η Ν.Δ παραμένει μακράν πρώτη από το δεύτερο πια Ε.Λ.Α.Σ , ενώ στον χώρο της Αντιπολίτευσης επικρατούν ανακατωσούρα, ανακατατάξεις. Υπάρχει ασφαλώς και το κόμμα Σαμαρά που συζητιέται ότι θα ιδρυθεί. Όταν εμφανιστεί θα δούμε τι πλήγμα θα επιφέρει στην Ν.Δ Σήμερα μένει αλώβητη.

Ένα από τα βασικότερα λάθη της δημόσιας συζήτησης είναι ότι συχνά αγνοούνται οι πραγματικοί όροι με τους οποίους διαμορφώνεται η κυβερνησιμότητα. Τα σενάρια περί «προοδευτικών συνεργασιών» ή περί αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης έχουν περιορισμένη αξία όταν δεν λαμβάνουν υπόψη τόσο τις σημερινές δημοσκοπικές ισορροπίες όσο και τη λειτουργία του ισχύοντος εκλογικού νόμου.

Η αυτοδυναμία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ποσοστό του πρώτου κόμματος, αλλά και από το ποσοστό των κομμάτων που μένουν εκτός Βουλής. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και με αισθητά χαμηλότερο ποσοστό από το 40%, μια αυτοδύναμη κυβέρνηση δεν μπορεί να αποκλειστεί. Συνεπώς, όσοι προεξοφλούν περίοδο ακυβερνησίας ή θεωρούν δεδομένη την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού παραβλέπουν κρίσιμες παραμέτρους.

Παράλληλα, η στρατηγική της αντιπολίτευσης εξακολουθεί να επικεντρώνεται κυρίως στην προσωπική σύγκρουση με τον πρωθυπουργό και στην όξυνση της πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι συνεχείς καταγγελίες, οι βαρείς χαρακτηρισμοί και η ανάδειξη κάθε υπόθεσης σε μείζον πολιτικό σκάνδαλο μπορεί να δημιουργούν επικοινωνιακές εντυπώσεις, όμως μέχρι σήμερα δεν έχουν αποδειχθεί ικανές να μεταβάλουν ουσιαστικά τους πολιτικούς συσχετισμούς. Οι πολίτες φαίνεται να αναζητούν περισσότερο πειστικές λύσεις για το παρόν και το μέλλον της χώρας παρά έναν διαρκή διαγωνισμό καταγγελιών.

Το ίδιο ισχύει και για τη δημόσια εικόνα της χώρας. Η Ελλάδα ασφαλώς αντιμετωπίζει προβλήματα στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, στην ταχύτητα απονομής της και στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς. Αυτές όμως οι αδυναμίες δεν δικαιολογούν την παρουσίασή της ως μιας χώρας χωρίς δημοκρατική κανονικότητα. Η υπερβολή και η δραματοποίηση ενδέχεται τελικά να λειτουργούν υπέρ της κυβέρνησης, όταν δεν συμβαδίζουν με την πραγματική εικόνα που αντιλαμβάνεται η πλειοψηφία της κοινωνίας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση μπορεί να επαναπαύεται. Η κοινωνική πίεση από την ακρίβεια, τις διεθνείς εξελίξεις, την αβεβαιότητα στην οικονομία και την ανάγκη ενίσχυσης της εμπιστοσύνης στους θεσμούς είναι πραγματική. Αν δεν υπάρξουν αποτελεσματικές παρεμβάσεις, μεταρρυθμίσεις και έμπρακτες απαντήσεις στα καθημερινά προβλήματα των πολιτών, η κυβερνητική φθορά θα συνεχιστεί και μπορεί να αποκτήσει νέα δυναμική.

Το πολιτικό συμπέρασμα είναι σαφές. Στις επόμενες εκλογές δεν θα κρίνουν το αποτέλεσμα μόνο η δυσαρέσκεια ή οι επικοινωνιακές συγκρούσεις. Θα το καθορίσουν η αξιοπιστία των προτάσεων, η αίσθηση κυβερνησιμότητας και οι πραγματικοί πολιτικοί συσχετισμοί που θα διαμορφωθούν έως την κάλπη. Μέχρι στιγμής, η κυβέρνηση εξακολουθεί να διατηρεί το πλεονέκτημα ότι εμφανίζεται ως η μοναδική ολοκληρωμένη πρόταση εξουσίας, ενώ η αντιπολίτευση δεν έχει ακόμη πείσει ότι μπορεί να αποτελέσει μια συνεκτική και αξιόπιστη εναλλακτική. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική αντιπαράθεση δύσκολα θα κριθεί από τις ατάκες και την τοξικότητα· θα κριθεί από την ικανότητα κάθε πλευράς να πείσει ότι μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά τις προκλήσεις της επόμενης ημέρας.

Άφησε ένα σχόλιο

Your email address will not be published.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Λ. Κατσέλη: «ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και ΕΛ.Α.Σ. είναι ένας ενιαίος χώρος»

Η δήλωση της Λ. Κατσέλη ξαναφέρνει μια παλιά πολιτική συνταγή. Η ίδια

Χρ. Γιαννούλης: «Αν χρειαστεί πρώτος εγώ θα πάω στον Τσίπρα»

Ο Χρήστος Γιαννούλης λέει ότι θα πάει πρώτος στον Τσίπρα, αν το

Σ. Φάμελλος: «Στεκόμαστε δίπλα στην απόφαση Τσίπρα, συντροφικά, για να πέσει το καθεστώς Μητσοτάκη»

Η δήλωση του Σ. Φάμελλου στηρίζει ανοιχτά τον Τσίπρα και γυρίζει τον