Κοντά σε υψηλά 17 ετών κινείται το ελληνικό χρηματιστήριο, έχοντας ήδη κατακτήσει νέα υψηλά έτους, με τις συναλλαγές να κινούνται σε επίπεδα… Ευρώπης, και την κινητικότητα των ελληνικών εισηγμένων να είναι ιδιαίτερα έντονη, βρίσκοντας εξαιρετική ανταπόκριση από την επενδυτική κοινότητα.
Ωστόσο, αυτά, και πολλά άλλα, γίνονται με την ηχηρή παρουσία των ξένων επενδυτών στην ελληνική αγορά και την ηχηρή απουσία των Ελλήνων ιδιωτών επενδυτών.
Ενδεικτικά να αναφέρουμε πως τον Μάιο οι ξένοι επενδυτές πραγματοποίησαν εισροές ύψους 305,70 εκατ. ευρώ και το 71,6% των συνολικών συναλλαγών. Αντίθετα, οι Έλληνες ιδιώτες επενδυτές πραγματοποίησαν εκροές και μόλις το 28,4% των συναλλαγών
O Διευθύνων Σύμβουλος του Euronext Athens, Γιάννος Κοντόπουλος, υπογράμμισε πρόσφατα έναν πολύ σημαντικό καταλύτη ο οποίος μπορεί φέρει μία νέα ανοδική φάση του ελληνικού χρηματιστηρίου. Και αυτός είναι η ανάγκη «αναζωογόνησης» των Ελλήνων ιδιωτών επενδυτών. Αυτό είναι που λείπει από την αγορά αυτή τη στιγμή και αυτό είναι που αποτελεί παράλληλα και την μεγάλη ευκαιρία της, όπως τόνισε.
Ειδικότερα, ο κ. Κοντόπουλος έστειλε το μήνυμα ότι τα πράγματα στην Ελλάδα αλλά και την ελληνική αγορά έχουν αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια. Το χρηματιστήριο, κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων ετών, είναι η δεύτερη καλύτερη σε απόδοση αγορά παγκοσμίως και είναι επίσης μία από τις δύο αγορές που τα τελευταία πέντε χρόνια καταγράφει συνεχείς θετικές αποδόσεις. Επίσης, κάτι που ίσως δεν γνωρίζει κανείς, τα τελευταία 4-5 χρονιά έχουν εισέλθει (IPOs) στην αγορά συνολικά 26 εταιρείες, αντλώντας πάνω από 7,6 δισ. ευρώ, όπως σημείωσε. Και σε μέσο όρο, ο ημερήσιος τζίρος του ελληνικού χρηματιστηρίου διαμορφώνεται κοντά στα 350 εκατ. ευρώ, ξεπερνώντας άλλες αγορές του Euronext όπως Ιρλανδία και η Πορτογαλία.
Αυτό συσχετίζεται άμεσα και με την οικονομία, όπως τόνισε, αλλά και τις ίδιες τις εταιρείες οι οποίες σημείωσαν ένα άλλο ρεκόρ όσον αφορά την κατανομή μερισμάτων και τις επιστροφές κεφαλαίου, τα οποία ξεπέρασαν τα 6 δισ. ευρώ με βάση τα στοιχεία της χρήσης του 2025.
«Το μήνυμά μου είναι ότι η αγορά έχει αλλάξει δραματικά, έχει αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα», τόνισε ο κ. Κοντόπουλος, προσθέτοντας ωστόσο πως αυτό που είναι πραγματικά απαραίτητο για την αναζωογόνηση της αγοράς είναι οι Έλληνες επενδυτές «Οι περισσότερες από αυτές τις μεγάλες αλλαγές έχουν συμβεί με την πολύ ενεργή συμμετοχή ξένων επενδυτών. Τα 2/3 της ιδιοκτησίας των εισηγμένων εταιρειών ανήκουν σε ξένους θεσμικούς επενδυτές και κάτι λιγότερο από τα 2/3 είναι υπεύθυνο για την καθημερινή συναλλακτική δραστηριότητα, οπότε υπάρχει μια πτυχή της αγοράς που λείπει και πρέπει να επικεντρωθούμε σε αυτή: οι εγχώριοι ιδιώτες επενδυτές».
Όπως παρατηρεί και η Κομισιόν, τα ελληνικά νοικοκυριά κατέχουν λιγότερα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία – και επενδύουν αυτά τα περιουσιακά στοιχεία πιο συντηρητικά– από τα νοικοκυριά σε άλλα κράτη μέλη της ΕΕ, τόσο σε απόλυτους όσο και σε σχετικούς όρους.
Στο τέλος του 2024, ένα μέσο ελληνικό νοικοκυριό κατείχε λιγότερο από το ήμισυ των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ενός μέσου νοικοκυριού στην ΕΕ σε απόλυτους όρους. Το σύνολο των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που κατείχαν τα νοικοκυριά αντιπροσώπευε το ισοδύναμο του 145% του ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 212% στην ΕΕ.
Τα ελληνικά νοικοκυριά κατέχουν το 50,4% των χρηματοοικονομικών περιουσιακών τους στοιχείων σε μετρητά και καταθέσεις (πολύ πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 31,6%), με πολύ περιορισμένες επενδύσεις σε ενδιάμεσα και διαφοροποιημένα μέσα.
Αυτό το αποτέλεσμα αντικατοπτρίζει μια συντηρητική προσέγγιση στη διαχείριση του πλούτου, με έντονη προτίμηση για ασφαλέστερα και πιο ρευστά περιουσιακά στοιχεία. Τα ασφαλιστικά προϊόντα και τα συνταξιοδοτικά ταμεία αντιπροσώπευαν μόνο το 5,8% του ενεργητικού τους (πολύ κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 27,8%) και τα επενδυτικά κεφάλαια το 6,3% (έναντι 11,1%), υποδεικνύοντας ένα σημαντικό κενό διαμεσολάβησης στην κεφαλαιαγορά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κομισιόν, τα ελληνικά νοικοκυριά κατέχουν λιγότερα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία (ισοδύναμα του 145% του ΑΕΠ) από τα νοικοκυριά στην ΕΕ, όπου ο μέσος όρος είναι στο 212% του ΑΕΠ (στοιχεία 2024). Τα ελληνικά νοικοκυριά κατέχουν το 50,4% των χρηματοοικονομικών τους περιουσιακών στοιχείων σε μετρητά και καταθέσεις (πολύ πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 31,6%).
Κατά την Κομισιόν, υπάρχουν κάποια περιθώρια για αύξηση του επιπέδου συμμετοχής των ιδιωτών Ελλήνων επενδυτών στις ελληνικές κεφαλαιαγορές, ενώ υπάρχει επαρκής ποικιλία επενδυτικών προϊόντων. Ωστόσο, μόνο ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού δείχνει ενδιαφέρον για επενδύσεις στην αγορά. Αυτό οφείλεται κυρίως στον ισχυρό αντίκτυπο της κρίσης δημόσιου χρέους, η οποία είδε πολλούς ιδιώτες επενδυτές να υφίστανται μεγάλες ζημιές. Άλλοι παράγοντες που περιορίζουν τη μεγαλύτερη συμμετοχή τους στην χρηματοπιστωτική αγορά είναι τα χαμηλά επίπεδα διαθέσιμου εισοδήματος, η γενική αποστροφή προς τον κίνδυνο και η έντονη προτίμηση για την ιδιοκτησία ακινήτων, αποτελούν επίσης παράγοντες.
Χαρακτηριστική είναι η ανάλυση της Freedom24 για το τι έχουν χάσει οι Έλληνες από την επιλογή τους να μην επενδύουν στο χρηματιστήριο και να αποταμιεύουν. Η παραδοσιακή στρατηγική της «ασφάλειας των καταθέσεων» που ακολουθούν τα ελληνικά νοικοκυριά, αποτελεί μια επιλογή με υψηλό τίμημα, όπως τουλάχιστον καταδεικνύουν τα στοιχεία της τελευταίας πενταετίας, σημείωσε χαρακτηριστικά. Το διάστημα 2021-2025, ο πληθωρισμός διάβρωσε σταδιακά την πραγματική αξία των αποταμιεύσεων, αποτελώντας ουσιαστικά έναν «αόρατο φόρο» στο κεφάλαιο, τη στιγμή που, το ελληνικό χρηματιστήριο κατέγραψε εκρηκτικό ράλι (150%), αναδεικνύοντας το μεγάλο χάσμα μεταξύ της ονομαστικής διατήρησης του κεφαλαίου και της πραγματικής του απόδοσης.
Ειδικότερα, το παράδειγμα που δίνει η Freedom24 είναι αποκαλυπτικό. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, με βάση τα μέσα επιτόκια καταθέσεων στην Ελλάδα, στις αρχές του 2021 ένα αρχικό κεφάλαιο σε τραπεζικό λογαριασμό ύψους 10.000 ευρώ, αυξήθηκε στις 10.005 ευρώ στο τέλος του 2021, στις 10.020 ευρώ στο τέλος του 2022, στις 10.105 ευρώ στο τέλος του 2024 και στις 10.200 ευρώ στο τέλος του 2025, δηλαδή αυξήθηκε κατά μόλις 2% στην πενταετία.
Αντίθετα, μία επένδυση 10.000 ευρώ στον δείκτη FTSE των ελληνικών blue chips (με βάση την απόδοση του δείκτη, χωρίς μερίσματα και φόρους) στις αρχές του 2021, θα είχε αυξηθεί στις 11.025 ευρώ στα τέλη του έτους, στις 11.550 ευρώ στα τέλη του 2022, στις 16.020 ευρώ στα τέλη του 2023, στις 18.320 ευρώ στα τέλη του 2024 και στις 27.450 ευρώ στα τέλη του 2025. Δηλαδή θα είχε κέρδος 175% στην πενταετία.