Το Μετέωρο Βήμα του Αλέξη Τσίπρα
Το φιάσκο στα Σκόπια με το δημοψήφισμα, στο οποίο γύρισε την πλάτη η μεγάλη πλειοψηφία των Σκοπιανών, ανοίγει το δρόμο για σοβαρές πολιτικές εξελίξεις

Το φιάσκο στα Σκόπια με το δημοψήφισμα, στο οποίο γύρισε την πλάτη η μεγάλη πλειοψηφία των Σκοπιανών, ανοίγει το δρόμο για σοβαρές πολιτικές εξελίξεις

Το φιάσκο στα Σκόπια με το δημοψήφισμα, στο οποίο γύρισε την πλάτη η μεγάλη πλειοψηφία των Σκοπιανών, ανοίγει το δρόμο για σοβαρές πολιτικές εξελίξεις, που μοιραία θα επηρεάσουν και την Ελλάδα και την πορεία της κυβέρνησης Τσίπρα- Καμμένου.
Μπορεί πράγματι η κυβέρνηση Ζάεφ, προφανώς μιμούμενη τον Αλέξη Τσίπρα με το δημοψήφισμα, που είχε πραγματοποιήσει το 2015 στην Ελλάδα, να προσπαθεί να κάνει το «άσπρο μαύρο». Και να ισχυρίζεται ότι η μικρή συμμετοχή στο δημοψήφισμα δεν σημαίνει την απόρριψη του.
Αλλά είναι προφανές πλέον ότι ο δρόμος για την επικράτηση της άποψης αυτής, στο σκοπιανό κοινοβούλιο, που καλείται να την επικυρώσει και μάλιστα με πλειοψηφία δύο τρίτων, είναι ήδη υπονομευμένη. Κι ανεξάρτητα από το τι θα πράξει τελικά η κυβέρνηση Ζάεφ και το σκοπιανό κοινοβούλιο, η κυβέρνηση του κ. Τσίπρα, που επένδυσε πολλά στην περιώνυμη Συμφωνία των Πρεσπών κινδυνεύει σοβαρά με αποτυχία. Καθώς η επίλυση του «Μακεδονικού» είχε αναχθεί σε μείζον ζήτημα από την ίδια και τους εφήμερους συμμάχους της σε Ευρωπαϊκή Ενωση κι ΗΠΑ. Τα ανταλλάγματα, που προσδοκούσε να πάρει για την ενδοτική της στάση στο Σκοπιανό, τώρα βρισκονται στον αέρα. Ενώ αντίθετα η αποξένωση εναντίον της από μεγάλη μερίδα του κόσμου, ιδίως στην Βόρειο Ελλάδα, συνεχίζεται. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι προφανές ότι ο όποιος σχεδιασμός του κ. Τσίπρα και των συντρόφων του ανατρέπεται. Και οι εξελίξεις στα Σκόπια, σε μεγάλο βαθμό θα καθορίσουν και τις εξελίξεις στην Ελλάδα.
Συγχρόνως, υπάρχει σοβαρό θέμα με τις συντάξεις, που η κυβέρνηση τις έχει αναγάγει στο μείζον πρόβλημα της. Θα κοπούν η δεν θα κοπούν; Ουδείς μπορεί με ασφάλεια να πει τι πρόκειται να γίνει σήμερα. Μπορεί επισήμως κι ο ίδιος ο πρωθυπουργός να ισχυρίζεται δημοσίως ότι δεν θα κοπούν, αντίθετα από το νόμο, που ο ίδιος έχει επιβάλλει, αλλά αυτό δεν είναι καθόλου μα καθόλου βέβαιο. Στις ΗΠΑ, όπου βρισκόταν τις τελευταίες μέρες, ο κ. Τσίπρας είπε ότι ναι μεν δεν θα περικόψει τις συντάξεις, αλλά αυτό δεν θα γίνει μονομερώς αλλά με σύμφωνη γνώμη των εταίρων και δανειστών μας. Αλλά αυτό είναι βέβαιο ότι δεν το έχει εξασφαλίσει. Αντίθετα, οι κοινοτικοί αξιωματούχοι, με κάθε ευκαιρία επισημαίνουν ότι τα συμφωνηθέντα πρέπει οπωσδήποτε να εφαρμοσθούν. Γι’ αυτό άλλωστε χτες, ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος κατέθεσε το προσχέδιο του Προϋπολογισμού για το 2019 στη Βουλή, με δύο εναλλακτικές. Αυτό, αν δεν κάνω λάθος, συμβαίνει για πρώτη φορά. Η πρώτη εναλλακτική προβλέπει την μείωση των συντάξεων και πρωτογενές πλεόνασμα 4,14%. Κι η δεύτερη τη μη μείωση των συντάξεων και πρωτογενές πλεόνασμα 3,56%. Στα όρια δηλαδή της συμφωνίας, που προβλέπει πλεονάσματα 3,5% μέχρι το 2022. Είναι προφανές ότι χωρίς περικοπή συντάξεων ο στόχος του 3,5% καθίσταται λίαν αμφίβολος. Δεδομένου μάλιστα ότι η τρόϊκα δεν συμφωνεί με τα υπεραισιόδοξα στοιχεία και προβλέψεις της ελληνικής κυβέρνησης.
Άρα τα πράγματα καθίστανται εξαιρετικά δύσκολα, αυτό το σχέδιο προϋπολογισμού να πείσει για την έμπρακτη εφαρμογή του, τους Ευρωπαίους. Ακόμα όμως και να συνέβαινε κάτι τέτοιο, οι δανειστές θεωρούν ότι η επιβολή του μέτρου της μείωσης της «προσωπικής διαφοράς» στις συντάξεις είναι διαρθρωτικό και δεν πρέπει να ακυρωθεί, διότι τότε θα εξέπεμπε ένα λίαν αρνητικό μήνυμα στις αγορές και θα πυροδοτούσε την τεράστια αύξηση των επιτοκίων, που θα καθιστούσε αδύνατη την προσφυγή της Ελλάδας σε δανεισμό. Ήδη ο διεθνής οίκος αξιολόγησης Moody’s προειδοποίησε ότι αν η Ελλάδα δεν προχωρήσει σε μείωση των συντάξεων, ακόμα και με την συμφωνία του Eurogroup, θα υποχρεωθεί να υποβαθμίσει την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας μας, εμπλέκοντας την ελληνική οικονομία αλλά και το ελληνικό κράτος και το τραπεζικό μας σύστημα σε άνευ προηγουμένου περιπέτειες, που θα θύμιζαν το 2010 η το 2015, ακόμα χειρότερα.
Υπό τις συνθήκες αυτές, όλα είναι στον αέρα για τον κ. Τσίπρα. Γι’ αυτό κάποιοι επιμένουν ότι ίσως υποχρεωθεί να προσφύγει σε αιφνιδιαστικές εκλογές ακόμα και μέσα στο Νοέμβριο, πριν δηλαδή από το κρίσιμο Eurogroup της 3ης Δεκεμβρίου. Προσωπικά δεν το πιστεύω, γιατί θα ήταν άλμα στο κενό για τον πρωθυπουργό και τον ΣΥΡΙΖΑ ένα εγχείρημα υπό αυτές τις συνθήκες. Και θα ήταν απόδειξη του πανικού του και του αδιεξόδου στο οποίο έχει βρεθεί. Παρ’ όλα αυτά τα περιθώρια ελιγμών για το κυβερνητικό σχήμα, που δείχνει να μην έχει σχέδιο, είναι πολύ περιορισμένα. Κι όσο ο χρόνος περνά, ο εκνευρισμός των κυβερνώντων θα γίνεται ακόμα μεγαλύτερος. Βέβαια αυτά τα τέσσερα δραματικά χρόνια, που κυβερνούν οι συριζαίοι έχουν αποδείξει ότι έχουν την τάση να πιστεύουν την επιθυμία τους ως πραγματικότητα. Μόνο, που ο πραγματικός κόσμος δεν λειτουργεί έτσι. Κι η αλήθεια όσο την αγνοείς, σε εκδικείται σκληρά…
Όταν ήταν νεαρός Κνίτης, ο Αλέξης Τσίπρας ήταν βαθιά αντιαμερικανός. Μισούσε, όπως όλοι οι σύντροφοι του, κάθε τι το αμερικανικό

Όταν ήταν νεαρός Κνίτης, ο Αλέξης Τσίπρας ήταν βαθιά αντιαμερικανός. Μισούσε, όπως όλοι οι σύντροφοι του, κάθε τι το αμερικανικό. Συμμετείχε σε όλες τις πορείες από το Πολυτεχνείο προς την αμερικανική πρεσβεία στις 17 Νοεμβρίου, φωνάζοντας: «Αμερικάνοι, Φονιάδες των Λαών». Ή το άλλο αμίμητο σύνθημα της ΚΝΕ: «Ελλάδα, Κύπρος, Παλαιστίνη, Αμερικάνος δεν θα μείνει».
Βέβαια τα χρόνια πέρασαν. Ο νεαρός αριστερός, που είχε πάει στη Γένοβα το 2001 για να διαδηλώσει κατά της παγκοσμιοποίησης, έδωσε τη θέση του στον πρωθυπουργό ενός κράτους- μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ελλάδας, με τα τεράστια οικονομικά, κι όχι μόνον προβλήματα. Ο κ. Τσίπρας ως πρωθυπουργός έπρεπε να μάθει να συνεργάζεται ακόμα και με τους καπιταλιστές Αμερικανούς και την «ιμπεριαλιστική» ηγεσία τους. Ακόμα κι όταν πέρυσι κατά τη διάρκεια των αμερικανικών εκλογών, δήλωνε πως αν εκλεγεί ο Ντόναλντ Τραμπ στην αμερικανική προεδρία «ελπίζω να μην μας βρει κι αυτό το κακό». Το «κακό» μας βρήκε αλλά ο πρωθυπουργός, τεχνίτης στις πολιτικές κυβιστήσεις, δεν έχασε τον χρόνο του. Όταν κατάφερε να κλείσει ραντεβού με τον πρόεδρο στον Λευκό Οίκο, κάθε φύλλο (αριστερής) συκής χάθηκε. Μόνο καλά λόγια υπέρ Τραμπ κι αμερικανών, που ελπίζει ότι για μια ακόμα φορά θα σώσουν την Ελλάδα, (όπως άραγε έκαναν το 1946- 1949 όταν έσωσαν την πατρίδα μας από τη νίκη των κομμουνιστών και την επιβολή του σταλινικού ολοκληρωτισμού;).
Αυτή τη φορά, η κατάσταση είναι πιο σύνθετη. Κομμουνισμός δεν υπάρχει ως κυρίαρχο ιδεολόγημα πουθενά στον κόσμο, παρά μόνον στο μυαλό κάποιων συντρόφων του κ. Τσίπρα, όπως ο υπουργός Δικαιοσύνης Στ. Κοντονής, που δηλώνει εραστής της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917. Υπάρχει όμως το συμφέρον ΣΥΡΙΖΑ κι ΑΝΕΛ να διασώσουν την εξουσία τους, που τόσο απρόσμενα κατέκτησαν χάρις στην κατάρρευση των παραδοσιακών κομμάτων, που κατέρρευσαν λόγω της μείζονος οικονομικής κρίσης, που βιώνει η Ελλάδα. Και για την διατήρηση αυτής της εξουσίας, που ο κ. Τσίπρας κι οι άμεσοι συνεργάτες του, δεν μπορούσαν στη Γενοβα πριν από 16 χρόνια, να φανταστούν ότι θα ερχόταν ποτέ η στιγμή που θα την κατακτούσαν, είναι διατεθειμένοι να κάνουν τα πάντα για να την κρατήσουν. Ακόμα και να μετατρέψουν το δημοφιλές τους σύνθημα σε «Αμερικάνοι προστάτες των λαών». Και να προσεγγίσουν ως σωτήρα τον «ακροδεξιό» πρόεδρο Τραμπ.
Όμως πέραν από ωραία λόγια, εντυπωσιακές τελετές, ουσία δεν υπάρχει στο πολυήμερο ταξίδι του κ. Τσίπρα και δέκα υπουργών του στις ΗΠΑ. Ασφαλώς, ο πρωθυπουργός έδειξε στους ξένους ότι έχει αλλάξει την παρωχημένη αριστερίστικη φρασεολογία του και δείχνει ανοικτός σε «καπιταλιστικές» επενδύσεις των πάλαι ποτέ «κακών ιμπεριαλιστών» στην Ελλάδα. Αλλά είναι λίαν αμφίβολο αν θα τα καταφέρει. Γιατί ακόμα κι αν έριξε πολύ νερό στο (αριστερό) κρασί του, ο κ. Τσίπρας δεν κατανοεί ακόμα ότι οι επενδύσεις δεν προχωρούν με δημόσιες σχέσεις κάποιων πολιτικών στους υποψήφιους επενδυτές κι ούτε με εντολές της κυβέρνησης. Ο επενδυτής έχει μόνον ένα πράγμα στο μυαλό του: Το κέρδος, λέξη πολύ κακή για την απανταχού αριστερά. Ο επενδυτής αποσκοπεί στο κέρδος και θα κάνει ότι περνάει από το χέρι του για να το πετύχει. Αν δει ότι το περιβάλλον, δεν είναι ευνοϊκό, πάει αλλού. Και σε αυτό η αντιπαθής για την Αριστερά Παγκοσμιοποίηση του δίνει τόσες μα τόσες ευκαιρίες.
Συνεπώς, ο μόνος τρόπος για να προσελκύσει μια χώρα επενδύσεις είναι να έχει μια σταθερή και λογική κυβέρνηση, ένα κράτος που να λειτουργεί φιλικά προς το επιχειρείν, μια χρηστή δημόσια διοίκηση χωρίς γραφειοκρατία και διαφθορά, ένα σταθερό φορολογικό πλαίσιο, που δεν θα αλλάζει κάθε τόσο και θα έχει πολύ χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, ανταγωνιστικούς, προς τις γειτονικές του χώρες, ένα υγιές τραπεζικό σύστημα και μια δικαστική εξουσία, που θα αποδίδει τη δικαιοσύνη γρήγορα και συνετά. Δηλαδή ότι είναι ακριβώς το αντίθετο από ότι ισχύει σήμερα στην Ελλάδα. Κι όσο η χώρα μας παραμένει εγκλωβισμένη στο κρατικίστικο, λαϊκίστικο, παρωχημένο μοντέλο που έχει εγκαταλειφθεί παντού αλλού στα Βαλκάνια, πραγματικές επενδύσεις δεν θα δει ούτε με το κυάλι.
Όσο κι αν ο κ. Τσίπρας, με την αναμφίβολη επικοινωνιακή ικανότητα που διαθέτει (την μόνη άλλωστε), θα επικαλείται το…success story του, ισχυριζόμενος ότι οι επενδυτές κάνουν ουρά κι η Ελλάδα προσεχώς εκτοξεύεται. Για την ώρα ένα στους τρεις Έλληνες είναι κάτω από τα όρια της φτώχειας, κι οι υπόλοιποι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αγωνίζονται να επιβιώσουν μέσα σε ένα άκρως εχθρικό κρατικό και φορολογικό περιβάλλον. Κι εις άλλα με υγεία, σύντροφε Αλέξη.
Facebook Comments