Η προστασία του τραπεζικού απορρήτου

Βαονάκης Ιωάννης

Η προστασία του τραπεζικού απορρήτου

Ένα από τα δικαιώματα που προστατεύονται με αυστηρό τρόπο με βάση την κείμενη νομοθεσία αποτελεί το τραπεζικό απόρρητο, με βάση το οποίο είναι απόρρητες οι καταθέσεις κάθε μορφής που τηρούνται σε πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΝΔ 1059/1971. Δηλαδή, το ύψος των καταθέσεων ενός προσώπου είναι αμέθεκτο σε κάθε τρίτο, προς τον οποίο απαγορεύεται να δίδεται οποιαδήποτε σχετική πληροφορία, πλην της περίπτωσης κατά την οποία ισχύει κάποια εκ των αυστηρά και περιοριστικά εκ του Νόμου καθιερούμενων εξαιρέσεων.

Συγκεκριμένα, το απόρρητο αυτό δεν ισχύει έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, των σχετικών με τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και της εφαρμογής των νομισματικών, πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων.

Στην ανωτέρω διάταξη προστέθηκε από την παρ. 3 του άρθρου 25 ν. 2214/1994 εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο εξαιρετικά, επιτρέπεται η άρση του τραπεζικού απορρήτου ύστερα από ενέργεια του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., στην περίπτωση που προσκομίζεται προσωπική επιταγή ποσού άνω του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών, για εξόφληση χρεών προς το Δημόσιο, οπότε και δίδεται πρόβλεψη και δέσμευση του ποσού υπερ της Δ.Ο.Υ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 40 παρ. 2 ν. 1806/1988, όπως αυτή αντικαταστάθηκε δια του άρθρου 27 παρ. 2 περ. α’ του ν. 1868/1989, ορίζεται ότι το απόρρητο που θεσπίζεται από το άρθρο 1 του ν. 1059/1971 των καταθέσεων σε οποιασδήποτε μορφής πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί στη χώρα δεν ισχύει έναντι των ελεγκτικών οργάνων και των νομισματικών αρχών της Τράπεζας της Ελλάδος, των δικαστικών αρχών, των προανακριτικών κοινοβουλευτικών επιτροπών, στις οποίες κατά νόμο ανατίθεται ο σχετικός έλεγχος των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως προς τις καταθέσεις που υπάρχουν στο οικείο πιστωτικό ίδρυμα, εφ’ όσον τα προαναφερόμενα πρόσωπα ή όργανα ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και της ορθής εφαρμογής της πιστωτικής και νομισματικής νομοθεσίας ή της νομοθεσίας περί προστασίας του εθνικού νομίσματος.

Επιπλέον, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 1059/1971, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 63 του ν. 4170/2013, το απόρρητο αυτό δεν ισχύει έναντι των αρμόδιων για την είσπραξη και τον έλεγχο στον τομέα των δημοσίων υπηρεσιών της Φορολογικής Διοίκησης, καθώς και των αρμόδιων υπηρεσιών και ασφαλιστικών ταμείων για την είσπραξη κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.Δ. 1325/1972, κατ’ εξαίρεσιν των διατάξεων του Ν.Δ. 1059/1971 «περί του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων» η Τράπεζα, εν περιπτώσει μη πληρωμής επιταγής ελλείψει αντιστοίχων διαθέσιμων κεφαλαίων υποχρεούται να βεβαιώσει τούτο, είτε επί του σώματος της επιταγής είτε δι’ ιδίου εγγράφου, μετά σημειώσεως της ημέρας εμφανίσεως της επιταγής.

Όπως γίνεται σαφές από τα ανωτέρω, το τραπεζικό απόρρητο προστατεύεται απολύτως εκ του Νόμου και δεν είναι επιτρεπτή νομικά η με οποιοδήποτε τρόπο παραβίασή του παρά μόνο πληρουμένων των ειδικώς και ρητά εκ του Νόμου καθιερούμενων εξαιρέσεων, όπως ανωτέρω αυτές ενδεικτικά αποτυπώνονται, ενώ είναι απολύτως σαφές ότι καμία από τις ως άνω παρατιθέμενες εξαιρέσεις ή και προϋποθέσεις δεν συντρέχουν εν προκειμένω.

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν.Δ. 1059/1971, αναφορικά με τις ποινικές κυρώσεις της παραβίασης του τραπεζικού απορρήτου, ως τροποποιηθέν ισχύει, Διοικηταί, μέλη Διοικητικών Συμβουλίων ή άλλων συλλογικών οργάνων ή υπάλληλοι Τραπεζών, οίτινες ως εκ των καθηκόντων των λαμβάνουν γνώσιν των τραπεζικών καταθέσεων, παρέχοντες καθ’ οιονδήποτε τρόπον, οιανδήποτε περί αυτών πληροφορίαν, τιμωρούνται δια φυλακίσεως τουλάχιστον έξι μηνών.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 63 του ν. 4170/2013, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, σε περίπτωση παραβίασης του τραπεζικού και επαγγελματικού απορρήτου και απορρήτου των στοιχείων, εφαρμόζονται αναλογικά οι διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 8 του ν. 3832/2010.  

Επειδή έτσι με βάση τα ανωτέρω παρατιθέμενα άρθρα 1 και 2 του ΝΔ 1059/1971 οι κάθε μορφής καταθέσεις είναι απόρρητες. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2, 5 και 9 του Συντάγματος, 57, 361 και 288 ΑΚ, άρθρο 2 του Ν. 2072/1992, του Ν. 1858/1989 και άρθρο 27 του Ν. 1868/1989, προκύπτει ότι η Τράπεζα είναι υποχρεωμένη, με απειλή ποινικής κύρωσης των υπεύθυνων φυσικών προσώπων της, και σε περίπτωση μη συνδρομής των εκ του Νόμου ρητά οριζόμενων εξαιρέσεων, να τηρεί το απόρρητο των πάσης φύσεως καταθέσεων και λογαριασμών και όχι μόνον των εις χρήμα καταθέσεων των πελατών της, έναντι παντός τρίτου και απαγορεύεται η παροχή οποιασδήποτε πληροφορίας ή γνωστοποίησης σχετικά με τις εν λόγω καταθέσεις και λογαριασμούς.