Η κερδοφορία των εισηγμένων το 2023 αναμένεται να ισοφαρίσει ή και να ξεπεράσει το ρεκόρ του 2022, μετατρέποντας έτσι τη φετινή χρονιά σε μία μεγάλη πρόκληση για τις επιδόσεις των ελληνικών εταιρειών.

Οι ισχυρές αυτές επιδόσεις αναμένεται, κατά τους αναλυτές, να αποτελέσουν τον βασικό «μοχλό» της ανόδου των αποτιμήσεών τους οι οποίες παρά το ισχυρό ράλι των τελευταίων μηνών, παραμένουν ελκυστικές και σε σημαντικό discount έναντι των μετοχών σε Ευρώπη και Αναδυόμενες Αγορές. Άνοδος αποτιμήσεων «σημαίνει» και νέες κορυφές στον Γενικό Δείκτη…

Η δημοσίευση των ετήσιων οικονομικών αποτελεσμάτων των εισηγμένων εταιρειών για το 2023, η οποία τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες θα «ανεβάσει» ταχύτητα (και ολοκληρώνεται στα τέλη Απριλίου), αναμένεται με ενδιαφέρον. Οι αναγνώσεις από τις πρώτες επίσημες ανακοινώσεις (είναι απόλυτα θετικές, και εγχώριοι αναλυτές εκτιμούν πως η κερδοφορία του 2023 θα κινηθεί κοντά σε αυτή του έτους-ρεκόρ του 2022 ενώ δεν αποκλείουν να καταγραφεί και νέο ρεκόρ. Το μεγάλο στοίχημα της αγοράς ωστόσο είναι η τρέχουσα χρονιά και κατά πόσο υπάρχει η δυνατότητα επανάληψης των επιδόσεων των εισηγμένων έπειτα από δύο έτη που έγραψαν ιστορία.

Το 2022 η καθαρή κερδοφορία των εισηγμένων διαμορφώθηκε στα 10,3 δισ. ευρώ, ενώ οι εκτιμήσεις για το 2023 την τοποθετούν κοντά σε αυτά τα επίπεδα, χάρη και στο γεγονός ότι στις «μετρήσεις» θα συμμετέχει και ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών (ο οποίος θα έχει και συγκριτικό αποτέλεσμα με το 2022), ενώ για την υπέρβασή τους πολλά θα εξαρτηθούν από το πόσο ισχυρά ή όχι είναι αποτελέσματα των τραπεζών καθώς και από το πώς έχουν κινηθεί τα έκτακτα κέρδη του τελευταίου τρίμηνου του περσινού έτους. Αξίζει πάντως να σημειωθεί πως τα μερίσματα που θα μοιράσουν οι εισηγμένες από τα κέρδη του 2023 τοποθετούνται στα 3,2 δισ. ευρώ και στα υψηλότερα επίπεδα από το 2008 (4,49 δισ. ευρώ), σε σχέση με τα 2,4 δισ. ευρώ που είχαν μοιράσει από τη χρήση 2022.

Για το 2024 εκ πρώτης όψεως τα πράγματα δεν φαίνονται τόσο εύκολα για την πορεία των μεγεθών των εισηγμένων, καθώς καλούνται να επαναλάβουν ή και να υπερβούν επιδόσεις μιας διετίας ρεκόρ. Πολλά θα κριθούν από την επενδυτική δραστηριότητα και την ωρίμανση των επιχειρηματικών πλάνων των προηγούμενων ετών, όπως υποστηρίζει η Beta Securities, επομένως το κρίσιμο στοιχείο στις προσεχείς ανακοινώσεις των μεγεθών (του 2023) δεν θα είναι μόνο η κερδοφορία ή το μέρισμα αλλά η προοπτική που δίνουν οι διοικήσεις για το 2024 καθώς και η ταχύτητα υλοποίησης των επενδυτικών σχεδίων.

Μετά την ταχεία ανάκαμψη της κερδοφορίας των εισηγμένων από την κρίση της Covid-19, η πορεία των μεγεθών του τρέχοντος έτους θα διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο και στις επιδόσεις του χρηματιστηρίου, όπως σημειώνει η NBG Securities. Συνολικά, παρόλο που ο κύκλος εργασιών των εισηγμένων αναμένεται να επηρεαστεί θετικά από τον πληθωρισμό και τα περαιτέρω κέρδη θέσεων εργασίας, ο πληθωρισμός και το υψηλότερο ετήσιο κόστος τόκων μπορεί να ασκήσουν πιέσεις στην καθαρή κερδοφορία.

Συνολικά, ενδεικτικά, σύμφωνα με την εταιρεία ανάλυσης FactSet, τα καθαρά κέρδη για το 2024 των εισηγμένων που συνθέτουν τον Γενικό Δείκτη του Χρηματιστηρίου Αθηνών (συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών) τοποθετούνται 4% χαμηλότερα σε ετήσια βάση σε σχέση με το 2023, ενώ σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της NBG Securities, θα κινηθούν οριακά ανοδικά, με αύξηση κάτω του 1%. Εξαιρώντας τις τράπεζες, τα συνολικά καθαρά κέρδη των εισηγμένων θα καταγράψουν αύξηση 3% ετησίως το 2024, υποστηριζόμενα από τη ΔΕΗ, τον βιομηχανικό κλάδο (Mytilineos Cenergy, ΕΛΒΑΛΧαλκόρ) και τον κλάδο των τυχερών παιχνιδιών (ΟΠΑΠ), παρά την αναμενόμενη πτώση στα μεγέθη των διυλιστηρίων. Η χρηματιστηριακή σημειώνει ότι τα συνολικά κέρδη των τραπεζών τοποθετούνται κατά 2% χαμηλότερα σε ετήσια βάση το 2024.

Από την πλευρά της η Alpha Finance επισημαίνει πως έπειτα από την ισχυρή ανάκαμψη και των πολλών θετικών εκπλήξεων στο μέτωπο της κερδοφορίας τα τελευταία δύο χρόνια, οι προοπτικές αύξησης των κερδών των εισηγμένων για το 2024 «δεν φαίνονται συναρπαστικές». Λαμβάνοντας ένα δείγμα 19 εισηγμένων εταιρειών μεγάλης και μεσαίας κεφαλαιοποίησης που καλύπτουν σχεδόν το 70% της κεφαλαιοποίησης του Χρηματιστηρίου Αθηνών, εκτιμά πως η κερδοφορία του 2024 αναμένεται να είναι αμετάβλητη, με τα λειτουργικά κέρδη EBITDA των εταιρειών εκτός χρηματοπιστωτικού κλάδου να είναι οριακά υψηλότερα και τα προ προβλέψεων κέρδη για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες οριακά χαμηλότερα.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει η χρηματιστηριακή, εκ νέου θετικές εκπλήξεις κερδοφορίας φέτος δεν μπορούν να αποκλειστούν. Αυτές θα μπορούσαν να προκύψουν από τους ακόλουθους παράγοντες: 1) ορισμένες εταιρείες είναι πολύ ενεργές σε ότι αφορά τη επέκταση των δραστηριοτήτων τους, είτε οργανικά είτε μέσω εξαγορών (π.χ. Mytilineos, ΔΕΗ, Eurobank, Jumbo, Fourlis), 2) υπάρχει δυνατότητα διαχείρισης κόστους και περιθωρίων καλύτερα από το αναμενόμενο δεδομένου ότι πολλές ομάδες διαχείρισης έχουν αποδειχθεί αρκετά επιτυχημένες κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες (π.χ. Jumbo, Titan, Mytilineos, ΔΕΗ) και 3) οι τράπεζες ενδέχεται να εκπλήξουν ανάλογα με την πορεία των επιτοκίων, με βάση τις πρωτοβουλίες τους για αντιστάθμιση ή/και λόγω της καλύτερης από την αναμενόμενη πιστωτική επέκταση.

Πάντως, όπως τονίζει, οι αποτιμήσεις των ελληνικών μετοχών παραμένουν αρκετά ελκυστικές και δεν αντικατοπτρίζουν πλήρως τη βελτίωση της κερδοφορίας των ελληνικών εισηγμένων εταιρειών τα τελευταία χρόνια. Έτσι, η άνοδος των δεικτών αποτίμησης θα είναι ο βασικός μοχλός του Χ.Α για φέτος, που δικαιολογείται από τη βελτίωση του προφίλ κινδύνου της χώρας (επενδυτική βαθμίδας, ισχυρές μακροοικονομικές τάσεις, πολιτική σταθερότητα) και τη βιωσιμότητα των κερδών των ελληνικών εισηγμένων. Καθώς οι εταιρείες αποκαλύπτουν τις προοπτικές κερδοφορίας τους για το τρέχον έτος αλλά και τα επόμενα, η επαναξιολόγηση των αποτιμήσεων είναι πολύ πιθανή.

Ρίχνοντας μάλιστα μια ματιά στα ιστορικά δεδομένα των επιπέδων αποτίμησης του Γενικού Δείκτη του Χ.Α, του πανευρωπαϊκού Stoxx 600 και του MSCI Αναδυόμενων Αγορών, γίνεται ξεκάθαρο πως το περιθώριο για υψηλότερες αποτιμήσεις των ελληνικών μετοχών είναι αρκετά σημαντικό.

Η ελληνική αγορά διαπραγματεύεται με P/E 2024 στο 8,0x, με discount 30% έως 65% έναντι μέσου όρου 10 ετών του Stoxx 600, του MSCI Αναδυόμενων Αγορών και του δικού της ιστορικού μέσου όρου των 20 ετών. Επιπλέον, διαπραγματεύεται με 5,0x δείκτη EV/EBITDA 2024, με discount 15% έως 50% έναντι του 10ετούς μέσου όρου των Stoxx 600 και MSCI Αναδυόμενων Αγορών. Εκτιμάται πως μία σταδιακή σύγκλιση είναι πιθανή τα επόμενα 2-3 χρόνια, υποδηλώνοντας μια πιθανή ανοδική πορεία 15 έως 25% για το 2024, ανάλογα με το ποσοστό σύγκλισης και τυχόν θετικών/αρνητικών εκπλήξεων στα κέρδη.

Facebook Comments