Οι ΗΠΑ έχουν χάσει πλέον την αίγλη που είχαν στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα έως το 2024 και πριν την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, με την Ευρώπη να έχει «κεφαλαιοποιήσει» ήδη αυτή την ευκαιρία.
Όπως υποστηρίζουν οι αναλυτές της Allianz Research και ING, τα αμερικάνικα περιουσιακά στοιχεία όπως τα κρατικά ομόλογα και το δολάριο, δεν αποτελούν πλέον ασφαλή καταφύγια, με τις παγκόσμιες ροές κεφαλαίων να μετατοπίζονται προς την Ευρώπη για να βρουν «ασφάλεια» πλέον.
Όπως σημειώνει η Allianz, υπάρχουν απτές αποδείξεις ότι συμβαίνει αυτό. Πρώτον, τα παγκόσμια σοκ όπως η κρίση Covid-19 ή η «Ημέρα της Απελευθέρωσης» δεν ενισχύουν πλέον το δολάριο, αλλά το αποδυναμώνουν – μια αντιστροφή του ιστορικού μοτίβου «φυγής προς την ποιότητα». Δεύτερον, κατά τη διάρκεια επεισοδίων σύσφιξης της ρευστότητας στις ΗΠΑ, το ευρώ συχνά έχει ανατιμηθεί αντί να υποτιμηθεί.
Αυτό υποδηλώνει ότι η διαφορά ρευστότητας μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωζώνης, έχει στραφεί υπέρ της Ευρώπης. Τέλος, σε ένα πλαίσιο αυξανόμενου γεωπολιτικού κινδύνου, τα κρατικά ομόλογα της Ευρωζώνης έχουν προσελκύσει πρόσθετη ζήτηση. Αυτό είναι ορατό, για παράδειγμα, στη συμπεριφορά του spread των 10ετών ιταλικών ομολόγων έναντι των ιταλικών που προσομοιώνει την αντίληψη του συστημικού κινδύνου στην Ευρωζώνη, η οποία έχει παραμείνει σχετικά ανθεκτική παρά την παγκόσμια αναταραχή.
Την ίδια στιγμή τα ομόλογα των ΗΠΑ έχουν χάσει το premium που απολάμβαναν στο παρελθόν. Τα παγκόσμια ασφαλή περιουσιακά στοιχεία διαπραγματεύονται σε υψηλότερες τιμές (και επομένως σε χαμηλότερες αποδόσεις) από το χρέος υψηλού κινδύνου λόγω του συνδυασμού ανώτερης ασφάλειας (δηλαδή, αξιόπιστη υποστήριξη από τον δανειστή έσχατης ανάγκης) και ρευστότητας (βάθος αγοράς και χρησιμότητα εξασφαλίσεων).
Αυτό το ασφάλιστρο ασφάλειας και ρευστότητας – γνωστό ως convenience yield – μπορεί να είναι σημαντικό. Από τη δεκαετία του 1960 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1990, η κυβέρνηση των ΗΠΑ απολάμβανε έκπτωση κόστους χρηματοδότησης περίπου 200 μονάδων βάσης. Μετά την Παγκόσμια Χρηματοοικονομική Κρίση, μειώθηκε σε 75-50 μονάδες βάσης. Σήμερα, οι ΗΠΑ έχουν εξαντλήσει πλήρως το convenience yield, το οποίο έγινε αρνητικό για πρώτη φορά στις αρχές του 2025 και δεν έχει ανακάμψει έκτοτε.
Συνολικά, όλα αυτά δείχνουν ότι η Ευρώπη αναδύεται ως ένας ελκυστικός προορισμός για το παγκόσμιο κεφάλαιο, τονίζει η Allianz.
Από την πλευρά της, η ING επισημάνει πως το δολάριο έχει χάσει μέρος της αξίας του ως ασφαλούς καταφυγίου από το 2024. Ο δείκτης του δολαρίου έχασε σχεδόν το 10% της αξίας του πέρυσι, στη χειρότερη ετήσια επίδοσή του από το 2017. Η ασταθής εμπορική πολιτική των ΗΠΑ, οι δασμολογικές απειλές του Τραμπ προς τους συμμάχους και οι επιθέσεις στην Fed έχουν επηρεάσει το νόμισμα. Πάντως, όπως σημειώνει, η αδυναμία του δολαρίου, σε αυτό το στάδιο, φαίνεται περισσότερο κυκλική παρά δομική.
Η σχετική ελκυστικότητα της Ευρώπης βασίζεται σε ισχυρούς διαρθρωτικούς παράγοντες (βαθιά και ανοιχτή κεφαλαιαγορά, κράτος δικαίου και μεγάλη κοινή αγορά), με ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων, σε αντίθεση με τους ελέγχους κεφαλαίου της Κίνας και την πολιτική αβεβαιότητα στις ΗΠΑ, επισημαίνει η Allianz. Η Ευρώπη μπορεί να προσφέρει ένα ασφαλές, ρευστό, νομικά προστατευμένο και γεωπολιτικά πιο ουδέτερο περιουσιακό στοιχείο.
Το υπόβαθρο ρευστότητας και πολιτικής ενισχύει περαιτέρω το σχετικό πλεονέκτημα της Ευρώπης. Στις ΗΠΑ, η Fed είναι αναγκασμένη να στηρίξει τη ρευστότητα χρηματοδότησης, επειδή η ικανότητα του ιδιωτικού τομέα να απορροφά κρατικά έχει εξαντληθεί. Κατά την άποψη της Allianz, αυτό υποδηλώνει ότι οι παγκόσμιοι επενδυτές «χρησιμοποιούν» όλο και περισσότερο την Ευρώπη ως ένα παγκόσμιο ασφαλές εναλλακτικό περιουσιακό στοιχείο.
Η αγορά χρήματος του ευρώ προσφέρει επίσης ομαλότερη χρηματοδότηση από τις ΗΠΑ, με την πλεονάζουσα ρευστότητα να παραμένει εξαιρετικά υψηλή στην Ευρωζώνη. Η Allianz εκτιμά πως η πλεονάζουσα ρευστότητα ξεπερνά τα 2 τρισ. ευρώ (έναντι μόνο 300 δισ. δολ. στις ΗΠΑ), η οποία μπορεί να απορροφηθεί σε έκδοση ομολόγων ή εντόκων γραμματίων.
Η Ευρώπη διαθέτει την ισχύ ρευστότητας για να αξιοποιήσει ένα σημαντικό μέρος των ροών ρευστότητας που αναζητούν μια ασφαλή εναλλακτική λύση στα αμερικανικά ομόλογα. Με λίγα λόγια, η Ευρώπη είναι, de facto, το ασφαλέστερο περιουσιακό στοιχείο·, ενώ έχει τη δυνατότητα να γίνει το δημόσιο αγαθό που αναζητά ο κόσμος. Σε αυτό το πλαίσιο, τα στρατηγικά ευρωομόλογα που καλύπτουν κοινές χρηματοδοτικές ανάγκες στην άμυνα, την κλιματική αλλαγή και τις υποδομές αποτελούν την καλύτερη λύση.
Πέραν των παραπάνω, τα ομόλογα της ευρωζώνης αποτελούν επίσης μία πολύ ελκυστική εναλλακτική λύση στις αναταραχές γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη οι οποίες και έχουν ήδη ταρακουνήσει τα χρηματιστήρια και αναμένεται να συνεχίσουν να προκαλούν τριγμούς.
Το μακροοικονομικό προφίλ κινδύνου των κρατικών ομολόγων της ευρωζώνης αποτελεί έναν καλό διαφοροποιητή έναντι των πιέσεων της αγοράς που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη, όπως σημειώνει η ING. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, η οικονομία της ευρωζώνης δεν βασίζεται στον τεχνολογικό τομέα για τις προοπτικές ανάπτυξής της. Αυτό σημαίνει επίσης ότι οι ανησυχίες για το έλλειμμα που βλέπουμε στις ΗΠΑ δεν έχουν την ίδια σύνδεση με την τεχνητή νοημοσύνη όπως η δημοσιονομική κατάσταση στην Ευρώπη.
Ήδη τις τελευταίες εβδομάδες, βλέπουμε ότι τα spreads των ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων έναντι των γερμανικών ομολόγων δεν αντανακλούν επιδείνωση του κλίματος κινδύνου. Στην πραγματικότητα, το spread του 10ετούς ιταλικού ομολόγου εξακολουθεί να βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2008-2010.
Οι επενδυτές που αναζητούν αποδόσεις, αλλά με χαμηλότερο κίνδυνο από τις μετοχές, ενδέχεται να δελεαστούν από τα κρατικά ομόλογα της ευρωζώνης, εκτιμά ο οίκος. Μια ομαλή προσγείωση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παρέχει ένα πολύ ελκυστικό περιβάλλον carry, βοηθώντας τα spreads να παραμείνουν χαμηλά.
Εντωμεταξύ, η απώλεια του καθεστώτος των ΗΠΑ ως ασφαλές καταφύγιο θα πρέπει να βοηθήσει στην υποστήριξη της παγκόσμιας ζήτησης για ευρωπαϊκά ομόλογα.