Ένα από τα μεγάλα παράδοξα των τελευταίων ετών είναι πως οι αγορές δεν «τρομάζουν» πλέον εύκολα, έχοντας αποσυνδεθεί αρκετά από την οικονομία.
Εμπορικοί πόλεμοι, στρατιωτικές επιθέσεις ακόμα και μία πανδημία που έστειλε πολλές οικονομίες σε βαθιά ύφεση, αν και προκάλεσαν περιοδικές αναταραχές στα παγκόσμια χρηματιστηριακά ταμπλό, αυτές αποδείχθηκαν εφήμερες με τους δείκτες να συνεχίζουν σχεδόν ακάθεκτοι στον… μονόδρομο του ράλι.
Ένα πρόσθετο παράδοξο που βλέπουμε σήμερα είναι οι δύο αναγνώσεις για την πορεία των αγορών στη συνέχεια. Μεγάλοι επενδυτικοί οίκοι εμφανίζονται ιδιαίτερα θετικοί για τις προοπτικές των μετοχών, ωστόσο μεγάλοι, έμπειροι επενδυτές καθώς και οι θεσμοί, στέλνουν προειδοποιητικά «καμπανάκια» διόρθωσης και φούσκας.
Οι χρηματιστηριακές αγορές έχουν καταγράψει φέτος ισχυρό ράλι, με τους βασικούς δείκτες σε Ευρώπη και ΗΠΑ να φτάνουν την περασμένη εβδομάδα σε νέα ιστορικά υψηλά, «αδιαφορώντας» για τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν ο οποίος μετρά πεντέμισι περίπου μήνες. O πανευρωπαϊκός Stoxx 600 έχει ενισχυθεί πάνω από 10% φέτος, ενώ οι αμερικάνικοι S&P 500, Dow Jones και Nasdaq καταγράφουν άνοδο περίπου 13%. Σε άλλες αγορές τα κέρδη είναι ακόμα πιο εντυπωσιακά, με τον Kospi της Κορέας να έχει εκτοξευθεί κατά 48% και τον ιαπωνικό Nikkei 225 κατά 30%.
Παρά τις αυξημένες αποτιμήσεις των μετοχών και τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή που έχει προκαλέσει ένα πρωτοφανές σοκ στην προσφορά ενέργειας, σημαντικές πληθωριστικές πιέσεις, με επιπτώσεις στην κατανάλωση, στα κόστη δανεισμού και τη νομισματική πολιτική, μεγάλοι επενδυτικοί οίκοι όχι μόνο δεν συστήνουν αυτή τη στιγμή «προσοχή» στους επενδυτές, αντίθετα δηλώνουν «ταύροι» -όπως αποκαλούνται στην χρηματιστηριακή αργκό-, για τη συνέχεια.
Μόλις την περασμένη εβδομάδα, υπήρξε «βροχή» σχετικών εκθέσεων. Η UBS σημείωσε πως οι αμερικανικές μετοχές έχουν αρκετό περιθώριο περαιτέρω ανόδου, ενώ βλέπει σημαντική επενδυτική ευκαιρία στις ευρωπαϊκές μετοχές καθώς και στις ασιατικές αγορές. «Η ισχυρή αύξηση της εταιρικής κερδοφορίας θα οδηγήσει σε περαιτέρω άνοδο τις παγκόσμιες μετοχές», όπως σημείωσε.
Η Oxford Economics αναμένει ότι η σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν θα περάσει στο περιθώριο της εστίασης των επενδυτών καθώς θα επικεντρωθούν στην πραγματική οικονομία, η οποία έχει αποδειχθεί ανθεκτική ακόμη και καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή συνεχίζεται. Σε αυτό το πλαίσιο δηλώνεις θετική για τις μετοχές των ανεπτυγμένων αγορών.
Από την πλευρά της, η JP Morgan δήλωσε ιδιαίτερα θετική για τις ευρωπαϊκές μετοχές λόγω της βελτιωμένης μακροπρόθεσμης προοπτικής, τις ελκυστικές αποτιμήσεις και ένα ευρύ φάσμα ευκαιριών, με τις τράπεζες, την κοινή ωφέλεια, την ενέργεια, την άμυνα και τη βιομηχανία να αποτελούν από τα μεγαλύτερα stories.
Ανάλογες, θετικές για τις αγορές, εκθέσεις έχουν δημοσιεύσει τις τελευταίες ημέρες και οι Citigroup, HSCB, Morgan Stanley και Capital Economics
Ωστόσο, υπάρχει και η… άλλη ανάγνωση. Αυτή των βετεράνων επενδυτών και των θεσμών, η οποία έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με αυτή των οίκων.
Δύο φορές μέσα σε λίγους μήνες φέτος ο Γουόρεν Μπάφετ επέλεξε την εικόνα του καζίνο για να περιγράψει τη σημερινή χρηματιστηριακή πραγματικότητα, υποστηρίζοντας ότι καθοδηγείται ολοένα περισσότερο από την κερδοσκοπία παρά από τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Τον Μάιο παρομοίασε τις αγορές με «μια εκκλησία που έχει προσαρτημένο ένα καζίνο». Πριν λίγες μέρες, σε συνέντευξή του στο CNBC, επανήλθε τονίζοντας πως «είναι δύσκολο να βρει κανείς πραγματική πραγματικές ευκαιρίες αξίας στις αγορές γιατί όλοι προτιμούν τον τζόγο».
Την ίδια στιγμή, ο «Δείκτης Μπάφετ», ένας σημαντικός δείκτης που παρακολουθούν μεγάλα διεθνή funds, βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, τα οποία σύμφωνα με τον εμπνευστή του, Γουόρεν Μπάφετ, σημαίνουν ότι οι επενδυτές «παίζουν με τη φωτιά». Ο «Δείκτης Μπάφετ» αποτυπώνει τη σχέση ανάμεσα στη συνολική κεφαλαιοποίηση των μετοχών στις ΗΠΑ και το μέγεθος της οικονομίας και αποτελεί χρήσιμη μέτρηση για την αξιολόγηση του κατά πόσον οι αποτιμήσεις των μετοχών έχουν διογκωθεί. Αυτή τη στιγμή ο δείκτης βρίσκεται στο 232%, σε ιστορικό υψηλό, που σημαίνει ότι η συνολική κεφαλαιοποίηση των ΗΠΑ είναι υπερδιπλάσια του ΑΕΠ. Ο δείκτης στις αρχές του 2000, πριν σκάσει η φούσκα του dotcom, ήταν στο 150%, ενώ το 2008 πριν της φούσκα του subprime στις ΗΠΑ η οποία πυροδότησε την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, ήταν στο 105%.
Την περασμένη εβδομάδα, επίσης στο CNBC, ο επικεφαλής της JP Morgan, Τζέιμι Ντάιμον, προειδοποίησε πως ο δανεισμός των επενδυτών για τοποθετήσεις στις αγορές (margin debt) είναι σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ σημαντικό μέρος της μόχλευσης δεν καταγράφεται. Και αυτό αυξάνει τις πιθανότητες ένα μεμονωμένο επεισόδιο να προκαλέσει απότομη αναταραχή στις αγορές.
Επίσης, ο Μάικλ Μπέρι, ο γνωστός επενδυτής, και από την ταινία «The Big Short», που προέβλεψε την κρίση του subprime στις ΗΠΑ, δήλωσε ότι τα υφιστάμενα ιστορικά υψηλά των αγορών και οι υψηλές αποτιμήσεις θυμίζουν τις συνθήκες που οδήγησαν στο κραχ του 1987.
Μαζικές είναι οι προειδοποιήσεις και από θεσμούς το τελευταίο διάστημα για τον κίνδυνο απότομου sell-off στις αγορές.
Όπως τόνισε το ΔΝΤ πριν μερικές ημέρες, η πιθανότητα αναζωπύρωσης της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή είναι μεγάλη και θα μπορούσε να επεκτείνει την αστάθεια των τιμών των εμπορευμάτων, να απειλήσει περαιτέρω τις αλυσίδες εφοδιασμού, να αυξήσει τις τιμές και να επιβαρύνει τις χρηματοοικονομικές συνθήκες. Παράλληλα, προειδοποίησε πως μια πιθανή διόρθωση στις προσδοκίες που βασίζονται στην τεχνολογία αυξάνει τους κινδύνους.
Η “μανία” για την τεχνητή νοημοσύνη και οι ζωηρές χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσαν, ταυτόχρονα, να σπείρουν τους σπόρους της μακροοικονομικής αστάθειας, τόνισε. Οι προσδοκίες σχετικά με την κερδοφορία και τα κέρδη παραγωγικότητας που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσαν να αναθεωρηθούν προς τα κάτω. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι επενδύσεις σε τομείς έντασης τεχνολογίας θα μπορούσαν να μειωθούν απότομα και οι εύθραυστες αποτιμήσεις μετοχών –ιδίως σε οικονομίες και αγορές που εξάγουν τεχνητή νοημοσύνη με υψηλή συγκέντρωση σε εταιρείες τεχνολογίας– θα μπορούσαν να διορθώσουν απότομα.
Η αναζωπύρωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή και ένα ξαφνικό sell-off των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων αποτελούν τους δύο μεγαλύτερους κινδύνους για την Ευρωζώνη, οι οποίοι, αν συμβούν ταυτόχρονα, θα μπορούσαν να οδηγήσουν την περιοχή σε ύφεση και πολλές χώρες σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό, προειδοποίησε ς και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM), ο οποίος έκανε λόγο μάλιστα για ένα sell-off που θα αγγίξει το 30% στην ευρωπαϊκή αγορά.
Και η ΕΚΤ προειδοποίησε πριν από μερικές εβδομάδες για την πιθανότητα ξαφνικής και μεγάλης διόρθωσης στις αγορές, αναφέροντας ότι οι επενδυτές υποτιμούν τις απειλές –μεταξύ αυτών τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή– που υπάρχουν στην παγκόσμια σκηνή. Οι μετοχές και τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διαπραγματεύονται σε υψηλές αποτιμήσεις που απομακρύνονται από την εύθραυστη οικονομική πραγματικότητα, θέτοντας τις βάσεις για μια ξαφνική ανατιμολόγηση, όπως τόνισε.