Πίσω από το αντικυβερνητικό μέτωπο βλέπουμε αντίθετες απαιτήσεις, πολιτικές αντιφάσεις και άφθονο μαξιμαλισμό.
Από τη μία πλευρά, οι δεξιοί ζητούν αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική. Από την άλλη, οι αριστεροί απαιτούν περισσότερα δικαιώματα και μικρότερες αμυντικές δαπάνες.
Παράλληλα, οι φιλελεύθεροι θέλουν μικρότερο κράτος. Αντίθετα, άλλες κοινωνικές ομάδες ζητούν περισσότερους υπαλλήλους, ελέγχους, μισθούς και επιδόματα.
Στην οικονομία συναντάμε την ίδια αντίφαση. Οι μικρομεσαίοι ζητούν χαμηλότερους φόρους, ενώ όλοι απαιτούν καλύτερη υγεία, παιδεία, ασφάλεια και κοινωνική προστασία.
Επιπλέον, οι καταναλωτές θέλουν φθηνότερο ρεύμα. Όμως, αρκετές τοπικές κοινωνίες απορρίπτουν φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες και νέα ηλεκτρικά δίκτυα.
Στον τουρισμό βλέπουμε ανάλογη σύγκρουση. Οι ξενοδόχοι ζητούν περιορισμούς στα Airbnb, ενώ οι ιδιοκτήτες ακινήτων αρνούνται κάθε νέο κανόνα.
Ακόμη, οι φορολογούμενοι απαιτούν σκληρούς ελέγχους κατά της φοροδιαφυγής. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί αντιδρούν όταν η εφορία ελέγχει τη δική τους δραστηριότητα.
Το ίδιο ισχύει για τους μισθούς. Οι εργαζόμενοι ζητούν μεγαλύτερες αυξήσεις, αλλά οι εργοδότες μιλούν για δυσβάσταχτο κόστος.
Ο κοινός θυμός δεν αποτελεί κοινό πρόγραμμα. Το σύνθημα κατά του Μητσοτάκη ενώνει προσωρινά ετερόκλητες δυνάμεις, αλλά δεν λύνει καμία από αυτές τις αντιφάσεις.
Συνεπώς, το κρίσιμο ερώτημα αφορά την επόμενη κυβέρνηση. Ποιος θα ικανοποιήσει όλους όσοι ζητούν περισσότερα χρήματα, λιγότερους φόρους και μηδενικό προσωπικό κόστος;
Το «οποιοσδήποτε εκτός από τον Κούλη» εκφράζει οργή. Ωστόσο, η χώρα χρειάζεται σχέδιο, ιεράρχηση και δύσκολες επιλογές. Διαφορετικά, ο λογαριασμός της επόμενης ημέρας θα έρθει πολύ βαρύς.