1. Το σφάλμα πίσω από τον θεσμό
Τα ευρωπαϊκά συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα, γνωστά στην Ελλάδα συλλογικά ως «ΕΣΠΑ», παρουσιάζονται δημόσια ως εργαλεία αναπτυξιακής πολιτικής: κρατική στήριξη που βοηθά την οικονομία να μεγαλώσει, να εκσυγχρονιστεί, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας. Είναι μια αφήγηση που σπάνια αμφισβητείται, γιατί το ίδιο το λεξιλόγιο, με όρους όπως «ενίσχυση», «επιδότηση» ή «στήριξη», προϋποθέτει ότι το κράτος βοηθά κάποιον να κάνει κάτι που διαφορετικά δεν θα μπορούσε. Το πραγματικά κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά αν τα προγράμματα αυτά χρηματοδοτούν πραγματικές επενδύσεις, κάτι αναμφισβήτητο. Αφορά ποιος, στην πράξη, έχει πρόσβαση σε αυτή τη χρηματοδότηση, και με ποιο κριτήριο επιλέγεται.
Η απάντηση είναι δυσάρεστα απλή. Το βασικό κριτήριο δεν είναι η ανάγκη, η ποιότητα της ιδέας, ή έστω η συνολική περιουσία κάποιου: είναι η ρευστότητα, δηλαδή το πόσα μετρητά έχει ήδη κάποιος σε τραπεζικό λογαριασμό τη στιγμή της αίτησης. Και επειδή η ρευστότητα στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά συγκεντρωμένη σε ένα μικρό κλάσμα του πληθυσμού, το αποτέλεσμα είναι ένας μηχανισμός δημόσιας χρηματοδότησης που, αντί να διορθώνει ανισότητες πρόσβασης σε κεφάλαιο, τις αναπαράγει και τις εντείνει συστηματικά, πρόγραμμα με το πρόγραμμα, δεκαετία με τη δεκαετία.
2. Ο μηχανισμός: ρευστότητα αντί περιουσίας ή ανάγκης
Στα προγράμματα ΕΣΠΑ τουρισμού και επιχειρηματικότητας, η βαθμολόγηση μιας αίτησης στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες: το ίδιο το επενδυτικό σχέδιο, και αυτό που οι οδηγοί των προγραμμάτων ονομάζουν «εξασφάλιση ιδιωτικής συμμετοχής». Ο δεύτερος πυλώνας αποδεικνύεται με έναν και μόνο τρόπο: τραπεζική βεβαίωση που δείχνει το μέσο υπόλοιπο του λογαριασμού του αιτούντος σε περίοδο τριών έως έξι μηνών πριν την υποβολή. Τίποτε άλλο δεν γίνεται δεκτό. Μια βεβαίωση πρόθεσης δανειοδότησης από τράπεζα, δηλαδή η διαβεβαίωση ότι κάποιος έχει την πιστοληπτική ικανότητα να δανειστεί το ποσό που χρειάζεται, αποκλείεται ρητά ως τρόπος κάλυψης της ιδίας συμμετοχής. Το ίδιο ισχύει για την ακίνητη περιουσία: ένα αγροτεμάχιο, ένα οικόπεδο σε επαρχιακή πόλη, ακόμη κι αν η αντικειμενική του αξία φτάνει τις εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, δεν μετατρέπεται σε αποδεκτή απόδειξη. Δεν εκτιμάται, δεν υποθηκεύεται, δεν προσημειώνεται υπέρ του προγράμματος όπως θα έκανε μια τράπεζα σε μια συνηθισμένη δανειοδότηση.
Η επιλογή αυτή δεν είναι ουδέτερη τεχνική λεπτομέρεια· είναι μια θεμελιώδης πολιτική απόφαση με τεράστιες αναδιανεμητικές συνέπειες. Σημαίνει ότι ένας άνθρωπος με «κοιμισμένη» περιουσία, όπως ένα χωράφι που κληρονόμησε ή ένα οικόπεδο σε επαρχιακή πόλη όπου οι αξίες έχουν καταρρεύσει μετά τα μνημόνια, είναι, για τους σκοπούς του προγράμματος, ακριβώς το ίδιο με κάποιον που δεν έχει τίποτα απολύτως. Ενώ κάποιος με μισό εκατομμύριο ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό περνάει αμέσως την πόρτα, ανεξάρτητα από το πώς απέκτησε αυτή τη ρευστότητα.
3. Η ασυμμετρία ρίσκου: δωρεά χωρίς κόστος έναντι δανείου με ευθύνη
Εδώ εντοπίζεται το βασικό ηθικό πρόβλημα της ρύθμισης. Όταν κάποιος δανείζεται από τράπεζα για να επενδύσει, αναλαμβάνει πραγματικό, προσωπικό ρίσκο: τόκο, υποθήκη, προσωπική εγγύηση, το ενδεχόμενο πλήρους οικονομικής καταστροφής αν η επένδυση αποτύχει. Η επιχορήγηση ΕΣΠΑ δεν έχει τίποτα από αυτά. Δεν επιστρέφεται, δεν έχει τόκο, δεν απαιτεί καμία εξασφάλιση επί της περιουσίας του δικαιούχου στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων μη επιστρεπτέας ενίσχυσης. Το κράτος, στην ουσία, λέει σε όποιον ήδη αποδεικνύει μισό εκατομμύριο ρευστό: «σου δίνω κι άλλα τόσα χωρίς κόστος και χωρίς κανένα ρίσκο για εσένα».
Το παράδοξο είναι διπλό. Πρώτον, αυτός ακριβώς ο άνθρωπος, που έχει ήδη αποδεδειγμένη ρευστότητα, είναι από τη φύση του λιγότερο εξαρτημένος από κρατική βοήθεια για να πραγματοποιήσει την επένδυσή του· θα μπορούσε, αν χρειαζόταν, να δανειστεί ή να επενδύσει μόνος του, αναλαμβάνοντας το φυσιολογικό επιχειρηματικό ρίσκο. Δεύτερον, το ίδιο το ρίσκο που θα δικαιολογούσε μια γενναιόδωρη κρατική στήριξη, δηλαδή η αβεβαιότητα, η έλλειψη εξασφαλίσεων και το ενδεχόμενο αποτυχίας, είναι ακριβώς αυτό που αποκλείει κάποιον χωρίς προϋπάρχουσα ρευστότητα από το πρόγραμμα. Η χαριστική πράξη δεν κατευθύνεται εκεί όπου θα είχε νόημα ως αντιστάθμισμα ρίσκου, αλλά εκεί όπου το ρίσκο έχει ήδη εξαλειφθεί από την ίδια την προϋπόθεση συμμετοχής! Ένα κανονικο λεφτοδεντρο αλλα μονο για τους εχοντες και κατεχοντες.
Υπάρχει και μια δεύτερη, πιο θεμελιώδης διάσταση σε αυτή την ασυμμετρία. Αφού πρόκειται για μη επιστρεπτέα ενίσχυση, δεν υπάρχει κανένα ρίσκο μη αποπληρωμής που να χρειάζεται να «ασφαλιστεί». Μια τράπεζα ζητά μετρητά ή ευκόλως ρευστοποιήσιμες εξασφαλίσεις επειδή, αν ο δανειολήπτης αθετήσει την υποχρέωσή του, χρειάζεται να ανακτήσει γρήγορα το κεφάλαιό της· αυτή είναι η μόνη ουσιαστική εξήγηση για την προτίμηση μετρητών έναντι ακινήτου σε μια δανειακή σχέση. Στο ΕΣΠΑ όμως δεν υπάρχει καμία τέτοια υποχρέωση αποπληρωμής προς ασφάλιση, αφού το κράτος δεν κινδυνεύει να «χάσει» τα χρήματα, εφόσον εξ ορισμού τα χαρίζει. Η επιλογή, επομένως, να απαιτείται αποκλειστικά ρευστό, και όχι έστω ισοδύναμη περιουσία σε ακίνητα με την επίσημη φορολογική τους αποτίμηση, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε καν με το επιχείρημα διαχείρισης ρίσκου που θα δικαιολογούσε μια τράπεζα. Πρόκειται για μια αυθαίρετη προτίμηση συγκεκριμένης μορφής πλούτου έναντι μιας άλλης, χωρίς αντίστοιχη λειτουργική αναγκαιότητα πίσω της.
4. Ποιος έχει πράγματι ρευστότητα: τα στοιχεία
Το ερώτημα «πόσοι Έλληνες πληρούν πραγματικά αυτό το κριτήριο» έχει απάντηση, και είναι εντυπωσιακά ξεκάθαρη. Πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι οι καταθέτες με υπόλοιπα άνω των 100.000€ αντιστοιχούν σε λιγότερο από 1% του συνόλου των καταθετών, συγκεντρώνοντας ωστόσο περίπου το 44% όλων των τραπεζικών καταθέσεων της χώρας. Παλαιότερα στοιχεία έδειχναν ανάλογη εικόνα: περίπου το 0,7% των Ελλήνων κατείχε το 42% του συνόλου των καταθέσεων, ποσό της τάξης των 77 δισεκατομμυρίων ευρώ. Στον αντίποδα, περίπου επτά στους δέκα καταθέτες έχουν υπόλοιπο έως 1.000€ στον λογαριασμό τους. Ταυτόχρονα, το 14% περίπου του πληθυσμού βρίσκεται σε καθεστώς υλικής και κοινωνικής στέρησης, ενώ η Ελλάδα καταγράφει σταθερά μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ του πλουσιότερου και του φτωχότερου 20% του πληθυσμού σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα νούμερα αυτά πρέπει να διαβαστούν με τη δέουσα μεθοδολογική επιφύλαξη, καθώς αφορούν λογαριασμούς και όχι κατ’ ανάγκη μεμονωμένα νοικοκυριά, και κάποιοι διαθέτουν πολλαπλούς λογαριασμούς. Ωστόσο, η τάση συγκέντρωσης είναι αδιαμφισβήτητη σε κάθε πηγή. Το συμπέρασμα είναι αριθμητικά αναπόφευκτο: το κριτήριο «απόδειξε ρευστό υπόλοιπο εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ επί τρίμηνο» είναι εκ κατασκευής προσβάσιμο μόνο σε ένα στατιστικά σπάνιο κλάσμα του πληθυσμού. Το ΕΣΠΑ τουρισμού, μέσα από τον μηχανισμό της ιδίας συμμετοχής, απευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά σε αυτό ακριβώς το κλάσμα.
5. Ο τουριστικός μονοπωλισμός της Ελλάδας ως επιβαρυντικός παράγοντας
Υπάρχει ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίο η χαριστική λογική του ΕΣΠΑ τουρισμού είναι ιδιαίτερα προβληματική στην ελληνική περίπτωση, και αφορά την ίδια τη φύση του κλάδου που επιδοτείται. Η Ελλάδα δεν χρηματοδοτεί εδώ μια αβέβαιη, νεοφυή δραστηριότητα όπου η κρατική βοήθεια θα μπορούσε πράγματι να «δημιουργήσει» μια αγορά που δεν θα υπήρχε αλλιώς. Χρηματοδοτεί έναν κλάδο όπου η χώρα διαθέτει σχεδόν μονοπωλιακό φυσικό πλεονέκτημα (φως, θάλασσα, κλίμα, ιστορία) έναντι πολλών ανταγωνιστριών χωρών, με εγγυημένη ζήτηση που προϋπάρχει της όποιας επιδότησης.
Όταν το κράτος βάζει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ σε μια ήδη εκ των πραγμάτων κερδοφόρα τουριστική μονάδα, δεν δημιουργεί κάτι νέο· απλώς μοιράζει δωρεάν ένα εισιτήριο εισόδου σε μια αγορά που θα λειτουργούσε ούτως ή άλλως. Κάτι τέτοιο διαφέρει ριζικά από το να επιδοτείς έναν κλάδο όπου η χώρα δεν έχει φυσικό πλεονέκτημα, και όπου η επιχορήγηση θα μπορούσε πράγματι να αντισταθμίσει ένα πραγματικό επενδυτικό ρίσκο. Στον ελληνικό τουρισμό, το ρίσκο είναι ήδη χαμηλό λόγω της δομικής υπεροχής του κλάδου· η επιχορήγηση δεν μειώνει ρίσκο, απλώς αυξάνει την απόδοση κεφαλαίου που ήδη θα ήταν υψηλή.
6. Ο αγροτουρισμός που δεν χτίστηκε ποτέ
Αν ήθελε κανείς να δει πώς θα μπορούσε να μοιάζει ένα πραγματικά αναδιανεμητικό μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης, η Ιταλία προσφέρει ένα συγκεκριμένο, θεσμοθετημένο παράδειγμα. Ο ιταλικός νόμος 96/2006 ορίζει νομικά την έννοια του «agriturismo»: δραστηριότητα υποδοχής και φιλοξενίας που ασκείται από τον ίδιο τον αγρότη, μέσα από τη δική του αγροτική εκμετάλλευση, σε άμεση σύνδεση με την καλλιέργεια, τη δασοκομία ή την κτηνοτροφία, χρησιμοποιώντας ήδη υπάρχοντα κτίρια του αγροκτήματος. Ο νόμος προβλέπει ρητά και δραστηριότητες αναψυχης συνδεδεμένες με την αγροτική ζωή, συμπεριλαμβανομένου του ιπποτουρισμού, με δικό του ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς. Πρόκειται, δηλαδή, για μια πλήρη θεσμική αρχιτεκτονική φτιαγμένη γύρω από τον μεσαίο και μικρό αγρότη, όχι γύρω από τον επενδυτή με προϋπάρχον κεφάλαιο.
Στην Ελλάδα, τίποτα αντίστοιχο δεν υπάρχει. Ο «αγροτουρισμός» δεν είναι θεσμοθετημένη κατηγορία συνδεδεμένη με την ίδια την αγροτική εκμετάλλευση, αλλά κυρίως ένα προαιρετικό «Ειδικό Σήμα» ποιότητας που μπορεί να αποκτήσει ένα κατάλυμα χωρίς καν να απαιτείται να λειτουργεί δίπλα σε ενεργό αγρόκτημα. Η μόνη ουσιαστική χρηματοδότηση μικρών καταλυμάτων υπαίθρου γίνεται μέσω του προγράμματος LEADER, το οποίο όμως επιτρέπει την ίδρυση νέων καταλυμάτων μόνο σε ορεινές περιοχές και σε νησιά με πληθυσμό κάτω των 3.500 κατοίκων. Ένας αγρότης σε πεδινή ή ημιορεινή περιοχή, όχι ιδιαίτερα πλούσιος, με ένα κομμάτι γη σε παραλιακή αλλά λιγότερο τουριστικά αναπτυγμένη περιοχή, δεν έχει καμία θεσμοθετημένη οδό να χτίσει μια μικρή μονάδα φιλοξενίας δίπλα στην καλλιέργειά του: το ΕΣΠΑ τουρισμού τον αποκλείει λόγω ρευστότητας, το LEADER τον αποκλείει γεωγραφικά. Το μοντέλο «μικρό ξενοδοχείο με πισίνα δίπλα στο αγρόκτημα» παραμένει, ουσιαστικά, ανύπαρκτο ως θεσμική δυνατότητα στην Ελλάδα.
7. Η γεωγραφική συγκέντρωση ως αποτέλεσμα, όχι ως σχεδιασμός
Η υπερσυγκέντρωση πλούτου έχει και χωρική διάσταση, πέρα από την ταξική, και οι δύο ενισχύουν η μία την άλλη μέσα από ακριβώς αυτόν τον μηχανισμό. Η Μύκονος και η Σαντορίνη συγκεντρώνουν επενδύσεις άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ μόνο στην πρώτη περίπτωση, ενώ το Νότιο Αιγαίο και η Κρήτη μαζί απορροφούν πάνω από το μισό των συνολικών τουριστικών εισπράξεων της χώρας. Η ίδια η πολιτεία αναγνωρίζει πλέον επίσημα την ανάγκη προστασίας προορισμών «υπό πίεση» και δημιουργίας ευκαιριών για λιγότερο αναπτυγμένες τουριστικά περιοχές, γεγονός που δείχνει πως το πρόβλημα της χωρικής ανισορροπίας είναι πια αναγνωρισμένο ακόμη και στον επίσημο σχεδιασμό.
Ο μηχανισμός λειτουργεί σαν αυτοτροφοδοτούμενος βρόχος: όποιος έχει ήδη ρευστότητα επενδύει εκεί όπου υπάρχει ήδη αποδεδειγμένη ζήτηση, το κριτήριο ρευστότητας του ΕΣΠΑ τον ενισχύει ακριβώς επειδή έχει τη ρευστότητα να την αποδείξει, και η πρόσθετη προσφορά μονάδων σε ήδη κορεσμένους προορισμούς ανεβάζει κι άλλο τις τιμές γης εκεί, κλείνοντας ακόμη περισσότερο την πόρτα σε όποιον θα ήθελε να επενδύσει σε μια λιγότερο δημοφιλή περιοχή, όπου η τράπεζα θα ζητούσε ούτως ή άλλως εξασφαλίσεις που ο μικρός επενδυτής επαρχίας δεν διαθέτει. Η επαρχία μένει έξω και από τα δύο συστήματα ταυτόχρονα: δεν παίρνει ΕΣΠΑ γιατί δεν έχει ρευστό, δεν παίρνει τραπεζικό δανεισμό γιατί δεν έχει «αξιοποιήσιμη» εγγύηση σε περιοχή χαμηλής ζήτησης.
8. Το «Εξοικονομώ»: το ίδιο μοτίβο σε άλλη μορφή
Το πρόγραμμα «Εξοικονομώ» φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, πιο δίκαιο: τα ποσοστά επιδότησης κλιμακώνονται ανάλογα με το εισόδημα, φτάνοντας έως και το 100% για τα χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια και μειούμενα σταδιακά για τα υψηλότερα. Η δυσκολία βρίσκεται αλλού: σε μια προϋπόθεση εισόδου που παραμένει ανεξάρτητη από αυτή την κλιμάκωση. Το ακίνητο πρέπει πρώτα να είναι πολεοδομικά νομιμοποιημένο, και όπου υπάρχει αυθαίρετη κατασκευή, ο ιδιοκτήτης οφείλει να εξοφλήσει το σχετικό πρόστιμο, το ύψος του οποίου καθορίζεται από την επιφάνεια, την αντικειμενική αξία και τον χρόνο κατασκευής, πριν καν υποβάλει αίτηση. Το πρόστιμο αυτό δεν επιδοτείται καθόλου, εκτός από κτίσματα προγενέστερα του 1955.
Το αποτέλεσμα είναι ένα φράγμα εισόδου που πλήττει δυσανάλογα ακριβώς όσους το πρόγραμμα υποτίθεται ότι στοχεύει να βοηθήσει περισσότερο. Ένα παλιό σπίτι στην επαρχία με μια μικρή αυθαίρετη προσθήκη δεκαετιών, συχνό φαινόμενο καθώς η πλήρης νομιμοποίηση ποτέ δεν έγινε λόγω κόστους, μπορεί να χρειάζεται πρόστιμο χιλιάδων ευρώ πριν ο ιδιοκτήτης του μπει καν στη διαδικασία της επιδότησης 90-100% για κουφώματα και μόνωση. Το κράτος επιδοτεί γενναιόδωρα την «ανταμοιβή» της παρέμβασης, αλλά αρνείται να ελαφρύνει το εμπόδιο εισόδου σε αυτήν. Είναι ακριβώς το αντίστροφο από το να πει σε κάποιον με αποδεδειγμένα χαμηλό εισόδημα: «σε απαλλάσσω από το πρόστιμο, ώστε να μπορέσεις να επωφεληθείς από την επιδότηση». Η ασυνέπεια αυτή αναπαράγει, σε μικρότερη κλίμακα, την ίδια λογική που είδαμε στο ΕΣΠΑ τουρισμού: το κράτος χρηματοδοτεί γενναιόδωρα ό,τι είναι εύκολο και μετρήσιμο, αλλά αφήνει το πραγματικό εμπόδιο πρόσβασης εξ ολοκλήρου στην πλάτη του πολίτη.
9. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες: εξοπλισμός ναι, θεμελιώδη πάγια όχι
Το ίδιο μοτίβο εντοπίζεται και σε προγράμματα στήριξης ελεύθερων επαγγελματιών, από λογιστές, μηχανικούς και δικηγόρους έως τεχνικά επαγγέλματα όπως ηλεκτρολόγοι και υδραυλικοί, μέσα από δράσεις όπως η «Εργαλειοθήκη Ανταγωνιστικότητας» ή αντίστοιχα προγράμματα ψηφιακού μετασχηματισμού. Σε όλες τις περιπτώσεις που εξετάστηκαν, οι επιλέξιμες δαπάνες περιορίζονται συστηματικά σε προμήθεια μηχανημάτων και εξοπλισμού, πιστοποιήσεις, τεχνικές μελέτες και συμβουλευτικές υπηρεσίες, μισθολογικό κόστος νέου προσωπικού. Πουθενά δεν εμφανίζεται κατηγορία για αγορά επαγγελματικού οχήματος ή απόκτηση ιδιόκτητου επαγγελματικού χώρου. Το μοτίβο είναι σταθερό: εκτυπωτής, λογισμικό, έπιπλα γραφείου: ναι. Αυτοκίνητο, ιδιόκτητο γραφείο: όχι ποτέ.
Ο αποκλεισμός αγοράς οχήματος δεν φαίνεται να είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Αντίστοιχα προγράμματα αλλού στην Ευρώπη, όπως κάποια βρετανικά περιφερειακά προγράμματα με καταγωγή σε ευρωπαϊκή συγχρηματοδότηση, αποκλείουν ρητά και αυτά «γενικά οχήματα όπως αυτοκίνητα» από τις επιλέξιμες δαπάνες κεφαλαιουχικών επιχορηγήσεων, με σχεδόν πανομοιότυπη διατύπωση σε ανεξάρτητα προγράμματα, γεγονός που δείχνει ότι πρόκειται μάλλον για ευρύτερα διαδεδομένη σχεδιαστική σύμβαση παρά για ελληνική εξαίρεση. Το ίδιο ισχύει εν μέρει και για την αγορά ακινήτου. Η ουσιαστική διαφορά είναι ότι σε άλλες χώρες υπάρχουν, παράλληλα, ξεχωριστά προγράμματα ειδικά αφιερωμένα σε κτιριακές επενδύσεις για μικρές επιχειρήσεις, ή ειδικές επιδοτήσεις για αγορά (συνήθως ηλεκτρικού) οχήματος, κάτι που δίνει σε έναν επαγγελματία αλλού περισσότερες παράλληλες οδούς χρηματοδότησης απ’ όσες διαθέτει ο αντίστοιχος Έλληνας επαγγελματίας. Το ορθό συμπέρασμα εδώ είναι πιο περιορισμένο από μια καταγγελία περί ελληνικής ιδιαιτερότητας: η χώρα επιδοτεί συστηματικά το δευτερεύον, δηλαδή μικροεξοπλισμό γραφείου, ενώ αφήνει ακάλυπτα τα δύο πιο θεμελιώδη πάγια για έναν επαγγελματία εκτός μεγάλου οργανισμού, το όχημα και τον χώρο εργασίας, χωρίς καν να διαθέτει τα εναλλακτικά, παράλληλα προγράμματα που αντισταθμίζουν αυτό το κενό αλλού.
10. Τι δείχνει, προσεκτικά, η ευρωπαϊκή σύγκριση
Η Ελλάδα φαίνεται να είναι η μόνη από τις ευρωπαικες χώρες όπου η απόδειξη προϋπάρχουσας ρευστότητας είναι αποκλειστικός και ρητά μη υποκαταστάσιμος με δανεισμό τρόπος κάλυψης της ιδίας συμμετοχής.
Αν στόχος είναι πράγματι η ανάπτυξη και όχι απλώς η ανταμοιβή της προϋπάρχουσας περιουσίας, υπάρχουν τεχνικά εφικτές εναλλακτικές. Η αξιολόγηση θα μπορούσε να στηρίζεται στη συνολική περιουσία του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένης της ακίνητης, με βάση τις επίσημες φορολογικές (αντικειμενικές) αξίες που χρησιμοποιεί ήδη το ίδιο το κράτος, και όχι αποκλειστικά στη ρευστότητα. Δεν χρειάζεται καν κάποιος μηχανισμός εξασφάλισης ή προσημείωσης επί του ακινήτου, όπως θα απαιτούσε μια τράπεζα σε δανειοδότηση· ακριβώς επειδή πρόκειται για δωρεάν ενίσχυση και όχι δάνειο, αρκεί η απλή αναγνώριση ότι ισοδύναμη αξία, ανεξαρτήτως μορφής, αντιπροσωπεύει ισοδύναμη δυνατότητα συμμετοχής. Θα μπορούσε επιπλέον να υιοθετηθεί αντίστροφη στάθμιση, όπου η έλλειψη ρευστότητας μετράει θετικά ως ένδειξη πραγματικής ανάγκης αντί να αποκλείει αυτόματα τον αιτούντα. Θα μπορούσε επίσης να υπάρχει στοιχείο κλήρωσης ή μοριοδότησης υπέρ όσων δεν έχουν ξαναλάβει ενίσχυση, σπάζοντας τη συσσωρευτική λογική όπου οι ίδιοι δικαιούχοι επιστρέφουν σε κάθε νέο κύκλο επειδή πληρούν εκ των προτέρων το μόνο κριτήριο που πραγματικά μετράει.
Το κενό αυτό δεν μένει στη θεωρία: εντοπίζεται ήδη στον σχεδιασμό του ίδιου του κριτηρίου «νέας επιχείρησης». Στα προγράμματα ΕΣΠΑ τουρισμού, η ιδιότητα της «νέας» επιχείρησης ορίζεται αποκλειστικά μέσω τυπικής ημερομηνίας έναρξης εργασιών, συγκεκριμένα μετά τις 18 Δεκεμβρίου 2022 στον πιο πρόσφατο κύκλο, χωρίς να εξετάζεται αν το πρόσωπο πίσω από τη νέα επιχείρηση διατηρούσε ήδη αντίστοιχη δραστηριότητα μέσω άλλου ΑΦΜ. Σε συναφές πρόγραμμα, το «Ξεκινώ Επιχειρηματικά», υπάρχει ρητή απαγόρευση η έδρα της νέας επιχείρησης να ταυτίζεται με την κατοικία συγγενικού προσώπου α’ ή β’ βαθμού, ένδειξη ότι οι σχεδιαστές των προγραμμάτων αναγνωρίζουν, τουλάχιστον εν μέρει, τον κίνδυνο καταστρατήγησης μέσω συγγενών. Στα ίδια τα προγράμματα τουρισμού, όμως, δεν εντοπίστηκε δημόσια αντίστοιχη ρητή διάταξη που να εμποδίζει συγγενικό πρόσωπο υφιστάμενου ιδιοκτήτη να ιδρύσει «νέα» τουριστική επιχείρηση, πέρα από τους γενικούς ορισμούς περί «συνδεδεμένων επιχειρήσεων» της ενωσιακής νομοθεσίας, οι οποίοι στηρίζονται σε τυπικά ποσοστά μετοχικής συμμετοχής και δικαιωμάτων ψήφου και όχι απαραίτητα σε πραγματική οικογενειακή ή οικονομική ενότητα.
Μια καταγγελία που έφτασε στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων περιγράφει ακριβώς αυτόν τον τύπο κυκλώματος στην πράξη: εντόπιζε ή δημιουργούσε εικονικές εταιρείες ειδικά για να ενταχθούν σε πρόγραμμα Αναπτυξιακού Νόμου/ΕΣΠΑ, με τον οργανωτή να κρατά μεγάλο μέρος της επιδότησης και με εμπλοκή υπαλλήλων που ενέκριναν τις αιτήσεις.
Το πιο κρίσιμο ίσως εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση θα ήταν ένα ενιαίο, διυπηρεσιακό μητρώο δικαιούχων, που να καταγράφει συγκεντρωτικά ποιος έχει λάβει τι από κάθε πρόγραμμα: ΕΣΠΑ, Εξοικονομώ, αγροτικές επιδοτήσεις, Αναπτυξιακό Νόμο, οτιδήποτε άλλο εντάσσεται στη λογική της χαριστικής ενίσχυσης. Θα συνέδεε επίσης τους δικαιούχους με συγγενείς στενού βαθμού και συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Πέρα από ένα συνολικό όριο λαμβανόμενου ποσού, θα ενεργοποιείται αποκλεισμός τουλάχιστον πέντε έως δέκα ετών από κάθε νέο πρόγραμμα, ανεξαρτήτως κλάδου ή αντικειμένου της νέας επιχείρησης. Αυτό θα έκλεινε μια πραγματική διαρροή του συστήματος: την πρακτική όπου μια οικογένεια ή επιχειρηματικός όμιλος λειτουργεί σαν ενιαίο δίκτυο που αντλεί διαδοχικά από κάθε διαθέσιμη πηγή χρηματοδότησης, από την αγροτική επιδότηση μέχρι το τουριστικό ΕΣΠΑ και το Εξοικονομώ, χωρίς κανένα ανώτατο όριο συνολικής έκθεσης στη δημόσια γενναιοδωρία. Θα χρειαζόταν, βέβαια, προσεκτικός ορισμός του «στενού βαθμού συγγένειας» και της «συνδεδεμένης επιχείρησης» ώστε ο μηχανισμός να μην παρακάμπτεται εύκολα μέσω μακρινών συγγενών ή εικονικών εταιρειών, αλλά και να μην τιμωρεί άδικα συγγενείς με πραγματικά ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα. Κάτι ανάλογο, άλλωστε, χρησιμοποιεί ήδη το ενωσιακό δίκαιο κρατικών ενισχύσεων με τον ορισμό των «συνδεδεμένων επιχειρήσεων» για τον καθορισμό μεγέθους ΜμΕ.
Καμία από αυτές τις επιλογές δεν είναι τεχνικά αδύνατη· απλώς δεν έχει επιλεγεί.
12. Συμπέρασμα
Οι μη επιστρεπτέες επιχορηγήσεις από μόνες τους δεν αποτελούν το πρόβλημα· συμβαίνουν και αλλού στην Ευρώπη. Το ζήτημα είναι το συγκεκριμένο φίλτρο εισόδου που επιλέχθηκε στην ελληνική περίπτωση: αποκλειστικά ρευστό τραπεζικό υπόλοιπο, χωρίς εναλλακτική οδό μέσω περιουσίας ή δανεισμού, σε μια χώρα όπου η ρευστότητα είναι ακραία συγκεντρωμένη, σε έναν κλάδο, τον τουρισμό, όπου η χώρα έχει ήδη δομικό πλεονέκτημα, χωρίς κανένα θεσμοθετημένο εναλλακτικό μοντέλο για τον μικρό αγρότη ή τον ελεύθερο επαγγελματία χωρίς προϋπάρχον κεφάλαιο. Πρόκειται, εν τέλει, για μια δημόσια πολιτική που, χρόνο με τον χρόνο, μετατρέπει την προϋπάρχουσα ρευστότητα σε ακόμη περισσότερη ρευστότητα, με τη σφραγίδα του ευρωπαϊκού κρατικού μηχανισμού.
Πηγές & σημειώσεις
- Επίσημοι οδηγοί προκηρύξεων ΕΣΠΑ τουρισμού (δράσεις ίδρυσης/εκσυγχρονισμού τουριστικών καταλυμάτων) για τον μηχανισμό «εξασφάλισης ιδιωτικής συμμετοχής» και τον αποκλεισμό βεβαίωσης πρόθεσης δανειοδότησης.
- Στοιχεία Τράπεζας της Ελλάδος και σχετικά δημοσιεύματα (2024-2025) για την κατανομή τραπεζικών καταθέσεων ανά κλιμάκιο.
- Στοιχεία Eurostat για υλική/κοινωνική στέρηση και ανισότητα εισοδήματος στην Ελλάδα.
- Επίσημος οδηγός «Εξοικονομώ» για εισοδηματικά κλιμάκια επιδότησης και προϋπόθεση πολεοδομικής νομιμοποίησης.
- Legge n. 96/2006 (Ιταλία): bosettiegatti.eu/info/norme/statali/2006_0096.htm
- Πρόγραμμα LEADER 2023-2027, pkcgroup.gr: γεωγραφικοί περιορισμοί ίδρυσης καταλυμάτων.
- «Εργαλειοθήκη Ανταγωνιστικότητας» ΕΣΠΑ 2014-2020, ecopress.gr και kepa-anem.gr: επιλέξιμες δαπάνες.
- UK Shared Prosperity Fund, Ceredigion County Council: μη επιλέξιμες δαπάνες (οχήματα, ακίνητα).
- Marches Building Investment Grant (ΗΒ, ΕΤΠΑ): παράδειγμα ξεχωριστού προγράμματος κτιριακής επένδυσης.
- Δεδομένα τουριστικών εισπράξεων ανά περιφέρεια και επενδύσεων σε Μύκονο/Σαντορίνη από κλαδικά δημοσιεύματα.
- Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2831 για τις ενισχύσεις de minimis· επίσημοι οδηγοί ΕΣΠΑ τουρισμού για το κριτήριο ημερομηνίας «νεοσύστατης» επιχείρησης· οδηγός «Ξεκινώ Επιχειρηματικά 2026» για τον περιορισμό έδρας σε συγγενικό πρόσωπο α’/β’ βαθμού.
- nassosblog.gr: δημοσίευμα για καταγγελία σε βάρος κυκλώματος εικονικών εταιρειών σε πρόγραμμα Αναπτυξιακού Νόμου/ΕΣΠΑ.