Το περιθώριο να αποφύγει μια κρίση χρέους η Γαλλία, τελειώνει, με την απόδοση του 10ετούς ομολόγου της να έχει ξεπεράσει και το 5% και τη χώρα να έχει το υψηλότερο κόστος δανεισμού σε ολόκληρη την Ευρωζώνη μόνο μετά τη Βουλγαρία.
Και όσον αφορά τον υπόλοιπο «χάρτη» της αγοράς ομολόγων της ζώνης του ευρώ, η «απόλυτη ανατροπή» σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν είναι η κατάλληλη φράση που τον χαρακτηρίζει, με τις χώρες που κάποτε ήταν οι αδύναμοι κρίκοι να δανείζονται σε χαμηλότερα ή και σε ίδια επίπεδα με τις χώρες του πυρήνα του ευρώ.
Η Ελλάδα, δεν δανείζεται φθηνότερα μόνο από την Ιταλία και τη Γαλλία, αλλά και από το Βέλγιο, το οποίο είναι αντιμέτωπο με αυξανόμενο χρέος και έλλειμμα που ξεπερνά το 5% του ΑΕΠ. Η Ιταλία δανείζεται εδώ και κάποιους μήνες φθηνότερα από τη Γαλλία, η Πορτογαλία φθηνότερα από την Ισπανία και η Ιρλανδία με ίσους όρους με την Ολλανδία και απέχει ελάχιστα από τη Γερμανία (3,41%).
Τα ελληνικά ομόλογα ουσιαστικά ακολουθούν, προνοητικά θα έλεγε κάποιος, τον δρόμο που θα ακολουθήσει το ελληνικό χρέος, με τις αγορές συνεπώς να προεξοφλούν την περαιτέρω ταχύτατη αποκλιμάκωσή του.
Σύμφωνα και με τις προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικό Ταμείου, από φέτος το δημόσιο χρέος της Ελλάδας προς ΑΕΠ θα είναι χαμηλότερο από αυτό της Ιταλίας, στο 136% έναντι 137,9%, έως το 2029 θα είναι χαμηλότερο και από της Γαλλίας, καθώς θα διαμορφωθεί στο 119,9% έναντι 122,6%, και έως το 2030 θα είναι χαμηλότερο και από αυτό του Βελγίου αφού θα υποχωρήσει στο 115,3% έναντι 119,3%.
Το όριο του 5% που άγγιξε το κόστος δανεισμού της Γαλλίας αποτελεί ένα ακόμη σημάδι αυξανόμενων ανησυχιών των επενδυτών σχετικά με την ικανότητα της Γαλλίας να διορθώσει τα εύθραυστα δημοσιονομικά της.
Αναλυτές εκτιμούν πως ένα spread στη Γαλλία έως και τις 190 μ.β. θα είναι «ανεκτό» από την ΕΚΤ, ενώ επισημαίνουν ότι οι αγορές κάνουν ουσιαστικά αυτό που χρειάζεται, μιας και πιέζουν τη Γαλλία να εξυγιάνει τα δημοσιονομικά της. «Σε αυτό το περιβάλλον, η ΕΚΤ είναι πιθανό να εκλάβει τη διεύρυνση των spreads των κρατικών ομολόγων ως ευπρόσδεκτη πίεση για δημοσιονομική εξυγίανση στη Γαλλία και σε άλλα κράτη με αδύναμα δημόσια οικονομικά, και όχι ως κάλεσμα για ανάληψη δράσης», σχολιάζει η Oxford Economics.
Για τις αγορές, η επίλυση των δημοσιονομικών και πολιτικών κρίσεων που σιγοβράζουν στη Γαλλία ενδέχεται πάντως να απέχει ακόμη μήνες. Οι ταραχές στους δρόμους αποτελούν απλώς το πιο πρόσφατο επεισόδιο μιας παρατεταμένης δημοσιονομικής κρίσης, η οποία εξελίσσεται εδώ και τουλάχιστον ένα χρόνο και εντάθηκε εκ νέου αυτό το φθινόπωρο. «Οι κοινωνικές αναταραχές εντείνουν τις ανησυχίες σχετικά με την ικανότητα της Γαλλίας να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά της, ενώ συνεπάγονται επίσης πολύ άμεσο κόστος, υπό τη μορφή απώλειας ΑΕΠ», προειδοποιεί η ING.
Το διχασμένο γαλλικό κοινοβούλιο είναι δύσκολο να εγκρίνει το ετήσιο κυβερνητικό σχέδιο προϋπολογισμού, το οποίο είναι απαραίτητο για τον περιορισμό του διογκούμενου δημοσιονομικού ελλείμματος και του συσσωρευμένου χρέους. Η Goldman Sachs εκτιμά πως το ντιμπέιτ για τον προϋπολογισμό θα συνεχιστεί έως τον Δεκέμβριο, ενώ ακόμη και αν η κυβέρνηση καταφέρει να περάσει το πακέτο μείωσης δαπανών, ύψους 54 δισ. ευρώ, το έλλειμμα θα παραμείνει πάνω από το 5% για τρίτη συνεχή χρονιά, ωθώντας το χρέος πάνω από το 120%.
Η αντίδραση της αγοράς ομολόγων επηρεάζει άμεσα τα δημοσιονομικά της Γαλλίας, με τις εκτιμήσεις να υποδεικνύουν ότι τα αυξημένα επιτόκια δανεισμού θα οδηγήσουν σε διπλασιασμό σχεδόν του ετήσιου κόστους εξυπηρέτησης του γαλλικού χρέους από το 2,2% του ΑΕΠ πέρυσι στο 4% έως το 2030.
«Η Γαλλία φαίνεται να οδεύει προς μια δημοσιονομική κρίση, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε φαινόμενα μετάδοσης και, ενδεχομένως, σε ύφεση στην Ευρωζώνη. Ωστόσο, οι κίνδυνοι στις αγορές ομολόγων και στις οικονομίες άλλων χωρών είναι μικρότεροι σε σχέση με την περίοδο της κρίσης χρέους», επισημαίνει και η Capital Economics.
Παράλληλα, τα γαλλικά CDS, οι συμβάσεις ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης, υποδηλώνουν πλέον μια πιστοληπτική αξιολόγηση τέσσερις βαθμίδες κάτω από το Α, που έχει τώρα σε μέσο όρο η Γαλλία, τοποθετώντας τη στην περιοχή του BBB, δηλαδή στο ίδιο επίπεδο με αυτό της Ελλάδας και ένα σκαλοπάτι κάτω από την Ιταλία.
Εντωμεταξύ, η Moody’s έστειλε μίνι προειδοποίηση και για τις γαλλικές τράπεζες. Όπως επισημαίνει πως ο άμεσος κίνδυνος μετάδοσης των πιέσεων από τα κρατικά ομόλογα στον τραπεζικό κλάδο είναι περιορισμένος, ωστόσο οι λειτουργικές συνθήκες επιδεινώνονται, λόγω των πληθωριστικών πιέσεων και των υψηλότερων τιμών του πετρελαίου, καθώς και λόγω της πολιτικής και θεσμικής αβεβαιότητας και των κινδύνων κοινωνικής αναταραχής.
«Αν και η έως τώρα απότομη αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων της Γαλλίας θα έχει μάλλον περιορισμένο βραχυπρόθεσμο αντίκτυπο στις τράπεζες της χώρας, επειδή το εποπτικό τους κεφάλαιο και τα κέρδη τους έχουν σχετικά χαμηλή άμεση έκθεση σε spreads κρατικών ομολόγων και η ρευστότητά τους είναι επαρκής για να αντισταθμίσει πιθανή προσωρινή αύξηση του κινδύνου αναχρηματοδότησης, ωστόσο παρατεταμένη και σημαντική αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων θα μπορούσε να προκαλέσει κεφαλαιακές απώλειες στα εγχώρια χαρτοφυλάκια κρατικών ομολόγων των γαλλικών τραπεζών», εξηγεί η Moody’s.
Επίσης, όπως προσθέτει, η πρόσβαση των γαλλικών τραπεζών σε χρηματοδότηση θα μπορούσε να καταστεί πιο περιορισμένη, εάν η αυξημένη αβεβαιότητα σχετικά με τις προσπάθειες της Γαλλίας για τη μείωση του ελλείμματός της πυροδοτούσε περαιτέρω, διαρκή και σημαντική άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων. Σε αυτό το σενάριο, οι θεσμικοί επενδυτές θα απομακρυνθούν από τη γαλλική αγορά, ενώ και οι μακροπρόθεσμοι επενδυτές θα μπορούσαν επίσης να χάσουν το ενδιαφέρον τους για τα ομόλογα των γαλλικών τραπεζών, καθιστώντας πιο δαπανηρή για τις τράπεζες την αναχρηματοδότηση του χρέους.