Παρά τη στήριξη από την εταιρική κερδοφορία, η ισορροπία των αγορών διεθνώς παραμένει εύθραυστη, καθώς τα πολλαπλά ανοικτά μεσοχρόνια μέτωπα συντηρούν την αβεβαιότητα, με τις επιπτώσεις να είναι πλέον ορατές στην οικονομία και ως εκ τούτου η εγρήγορση των επενδυτών οφείλει στο προσεχές διάστημα να είναι ιδιαίτερα αυξημένη.
Ο Σεπτέμβριος ήταν μήνας-ορόσημο για το Χ.Α., καθώς όχι μόνο κατέγραψε νέα υψηλά 17ετίας και βρέθηκε στην πεντάδα με τις καλύτερες αποδόσεις διεθνώς, αλλά εντάχθηκε στο σύμπαν των ανεπτυγμένων αγορών καταγράφοντας ιστορικά υψηλό τζίρο.
Ο Οκτώβριος έφερε μαζί του έντονες αναταράξεις, επιβεβαιώνοντας τη φήμη του ως μήνας «φόβου» των αγορών καθώς τα μεγαλύτερα κραχ στην ιστορία έχουν συμβεί αυτόν τον δέκατο μήνα του έτους. Το ράλι στα κόστη δανεισμού διεθνώς μεταδόθηκε και στις μετοχές, με το Χ.Α να μην μπορεί, φυσικά, να μείνει αλώβητο. Οι φορείς ρίσκου (γεωπολιτικά, επιτόκια, πολιτικό ρίσκο) έχουν αναβαθμιστεί, διατηρώντας την επιφυλακτικότητα και κάνοντας τους επενδυτές πιο απαιτητικούς απέναντι στις αποτιμήσεις.
Ένας καταλύτης που θα μπορούσε να «ξεκλειδώσει» μία νέα ανοδική τάση ίσως προέλθει προς το τέλος του μήνα, όταν ξεκινά η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του γ’ τριμήνου των εισηγμένων.
Αυτά θα ακολουθήσουν τα αποτελέσματα πρώτου εξαμήνου τα οποία έδειξαν πως η επίδοση των εισηγμένων φέτος είναι ισχυρή. Τα συνολικά EBITDA αυξήθηκαν κατά 38,1%, από 7,81 δισ. ευρώ σε 10,78 δισ. ευρώ, ενώ τα συνολικά καθαρά κέρδη ανήλθαν σε 7,76 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 32,7% σε ετήσια βάση. Η ποιότητα της περιόδου αναφοράς ήταν επίσης γενικά θετική, με 117 εταιρείες (80%) να είναι κερδοφόρες και μόνο 29 ζημιογόνες. Είναι σημαντικό το 45% των εταιρειών, ανέφεραν υψηλότερα κέρδη, ενώ το 12% επέστρεψε στην κερδοφορία.
Με βάση τις τάσεις που έχουν ήδη διαπιστωθεί στο τρίτο τρίμηνο, τα συνολικά καθαρά κέρδη για το 2026 θα μπορούσαν άνετα να ξεπεράσουν τα 13,5 δισ. ευρώ σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Beta Securities, σε σύγκριση με περίπου 12 δισ. ευρώ το 2025, υποδηλώνοντας ανάπτυξη τουλάχιστον 12,5% σε ετήσια βάση.
Το εάν τα αποτελέσματα καταφέρουν να αλλάξουν το σκηνικό και να δώσουν στον Γενικό Δείκτη την ευκαιρία να επιστρέψει στα υψηλά 17ετίας και να καταγράψει ένα year-end-rally, μένει να φανεί, ωστόσο οι αναλυτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί βραχυπρόθεσμα.
Η Axia-Alpha Finance σημείωσε πως ο Γενικός Δείκτης καταγράφει άνοδο άνω του 20%% από την αρχή του έτους, υπεραποδίδοντας σημαντικά έναντι των περισσότερων διεθνών αγορών, με βασικό μοχλό την αναβάθμιση της Ελλάδας σε ανεπτυγμένη αγορά και τη συνεχιζόμενη αναβάθμιση των αποτιμήσεων και της εταιρικής κερδοφορίας.
Παρά το ισχυρό ράλι, οι αναλυτές του οίκου θεωρούν ότι στο δ’ τρίμηνο ενδέχεται να υπάρξει επιβράδυνση στην αγορά λόγω α) κατοχύρωσης κερδών, β) προεξόφλησης των αναμενόμενων εισροών από την αναβάθμιση, γ) περιορισμένων τοποθετήσεων μέχρι την έναρξη της νέας χρονιάς αλλά και δ) της αυξημένης μεταβλητότητας στις αγορές ομολόγων και ενέργειας.
Ωστόσο, τονίζουν ότι τα θεμελιώδη μεγέθη της ελληνικής οικονομίας και των εισηγμένων εταιρειών παραμένουν ισχυρά, ενώ οι ελληνικές μετοχές εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με σημαντικό discount έναντι των ευρωπαϊκών αγορών (20- 40%), αφήνοντας περιθώρια για περαιτέρω ανατίμηση.
Στις κορυφαίες επενδυτικές επιλογές της για το δ’ τρίμηνο, η χρηματιστηριακή αντικαθιστά τη Eurobank με την ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών, υιοθετώντας πιο αμυντική τοποθέτηση. Οι υπόλοιπες βασικές επιλογές παραμένουν η Bank of Cyprus, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, η ΔΕΗ και η Jumbo, εταιρείες που συνδυάζουν ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη, ορατή κερδοφορία και ελκυστικές αποδόσεις για τους μετόχους.
Και μεσοπρόθεσμα όμως, οι προκλήσεις είναι σημαντικές. Στις προοπτικές του Χ.Α εντάχθηκε και ο παράγοντας Γαλλία το τελευταίο διάστημα – και ο οποίος θα συνεχίσει να υπάρχει για μήνες – , ενώ σιγά-σιγά εντάσσεται και ο παράγοντας πολίτικό ρίσκο ή εκλογές. Η Eurobank Equities τοποθετεί μάλιστα στους βασικούς κινδύνους για την ελληνική οικονομία και τις τράπεζες τις εθνικές εκλογές του 2027 και τη γαλλική δημοσιονομική κρίση.
Ειδικότερα, όσον αφορά τις εκλογές, το βασικό ζήτημα για τις αγορές είναι ο βαθμός στον οποίο η μετεκλογική διαδικασία επιτρέπει τον έγκαιρο σχηματισμό κυβέρνησης και τη συνέχεια της πολιτικής, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η Νέα Δημοκρατία δεν επιτυγχάνει αυτοδυναμία, επισημαίνει η χρηματιστηριακή. Μια γρήγορη συμφωνία θα διατηρούσε το αφήγημα της ανάπτυξης που βασίζεται στις επενδύσεις, ενώ οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις ή οι επαναλαμβανόμενες εκλογές θα μπορούσαν προσωρινά να καθυστερήσουν τις επενδυτικές αποφάσεις, τις εγκρίσεις έργων και τις αναλήψεις δανείων.
Η Eurobank Equities σημειώνει πως, εάν υπάρξουν καθυστερήσεις, οι ετήσιες επενδύσεις θα κινηθούν 5% χαμηλότερα το 2027 και το έλλειμμα εγχώριας δραστηριότητας θα μείωνε την αύξηση του ΑΕΠ περίπου κατά 0,50%. Υποθέτοντας ότι οι εμπορικές τράπεζες χρηματοδοτούν το 30% των επενδύσεων που θα τεθούν σε καθυστέρηση, οι χαμηλότερες εκταμιεύσεις θα μείωναν την αύξηση των δανείων περίπου κατά 0,36%.
Συνεπώς, η ανάπτυξη της Ελλάδος θα κινηθεί στο 1,4% το 2027, έναντι 1,9%, και η πιστωτική επέκταση θα διαμορφωθεί στο 7,2%. Μεγαλύτερο έλλειμμα επενδύσεων κατά 10% θα συνεπαγόταν μείωση στο ΑΕΠ κατά 1%, φέρνοντας έτσι την ανάπτυξη του επόμενου έτους στο μόλις 0,9%, ενώ η μείωση στον ρυθμό αύξησης δανείων θα είναι της τάξης του 0,7%.
Εκτός από τον πολιτικό κίνδυνο, η ελληνική οικονομία, οι μετοχές και οι τράπεζες είναι αντιμέτωπες και με τις επιπτώσεις των εξελίξεων στη Γαλλία. Η γαλλική δημοσιονομική αβεβαιότητααποτελεί πιθανό εμπόδιο για τη σύγκλιση των αποτιμήσεων των ελληνικών τραπεζών, vκαθώς έχει εντείνει τις ανησυχίες σχετικά με τα ασφάλιστρα κινδύνου των κρατικών ομολόγων, τονίζει η χρηματιστηριακή. Για τις τράπεζες, τα κύρια κανάλια μετάδοσης είναι η διεύρυνση των spreads των κρατικών ομολόγων, το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης και η πιθανή αύξηση των απαιτούμενων αποδόσεων μετοχών από τους επενδυτές, απειλώντας τη συνεχιζόμενη σύγκλιση του κλάδου σε επίπεδο κόστους ιδίων κεφαλαίων.