Πού είναι ο χαμός των πρώτων δύο ημερών της δίκης για την τραγωδία των Τεμπών; Η «μικρή αίθουσα», το «στήσιμο» της έδρας, η αστυνομοκρατία, οι οργισμένοι συνήγοροι, οι λίγοι αγανακτισμένοι συγγενείς και κυρίως η Μ. Καρυστιανού και ο Π. Ρούτσι;
Ως διά μαγείας εξαφανίστηκαν. Η αίθουσα που μεγάλωσε δείχνει σχεδόν εντελώς άδεια. Ελάχιστοι συγγενείς, λίγοι δικηγόροι, λιγότεροι δημοσιογράφοι, ελάχιστοι έως κανένας πολίτης που ενδιαφέρεται για την έκβασή της. Μόνος σταθερός παράγοντας αστάθειας η Ζ. Κωνσταντοπούλου, η οποία βρέθηκε στη δυσάρεστη θέση να δέχεται τα σκληρά πυρά του νέου προέδρου του πάντα μειοψηφικού Συλλόγου των Συγγενών, Π. Ασλανίδη, ο οποίος ήταν από την αρχή στην πρώτη γραμμή του αγώνα.
Η Μ. Καρυστιανού, αφότου ίδρυσε αυτό που ήθελε εξ αρχής, κόμμα, σνομπάρει τη δίκη. Ο Π. Ρούτσι, με την «υποβασταζόμενη» απεργία πείνας του κι αφού τέλειωσε η περίοδος «ένα ποτάκι στη Βίσση για να κλείσει η μέρα» εξαφανίστηκε. Οι πάσης φύσεως συνωμοσιολόγοι και «εμπειρογνώμονες» της πλάκας επίσης εξαφανίστηκαν, εκτός από τον «ηγέτη» Κοκοτσάκη, που δοκίμασε να πάρει χρίσμα από τη Μ. Καρυστιανού στην «Ελπίδα», αλλά απέτυχε και αποχώρησε καταγγέλλοντας.
Οι ευφάνταστοι πολιτικοί που διακίνησαν τις φτηνές και έωλες θεωρίες συνωμοσίας, νομίζοντας ότι έτσι θα «ρίξουν την κυβέρνηση» κατάλαβαν τη ματαιότητα και τη γελοιότητα των ξυλολίων και προσπάθησαν να χαθούν στο σκοτάδι της λήθης. Απέμειναν μόνο οι χιλιάδες άνθρωποι που κατέβηκαν στους δρόμους με αγνές προθέσεις και γνήσια συντριβή για τα αδικοχαμένα θύματα. Προδομένοι κι αυτοί, βλέποντας πλέον καθαρά τη σκοπιμότητα μπροστά τους, το διαχειρίζονται ιδιωτικά.
Τι μένει, δεδομένου ότι εκφράζονται σοβαρές ανησυχίες για το μέλλον και την τύχη της μεγάλης δίκης, που δεν θα γίνει ποτέ όπως έπρεπε. «Μεγάλη δίκη»; Μένουν η Μ. Καρυστιανού, μια αρχηγός κόμματος που έκρυψε τη χαροκαμένη μάνα, και οι πολιτικές φιλοδοξίες της, και η Ζ. Κωνσταντοπούλου σαν την περίεργη του χωριού, που από το ζενίθ βρέθηκε στο ναδίρ. Κρίμα.