Η νεολαία στη Γαλλία ζητά καλύτερη παιδεία. Ωραία. Όταν όμως το αίτημα γίνεται «Μακρόν παραιτήσου», αρχίζει μια διαφορετική πολιτική συζήτηση.
Διότι άλλο οι καλύτερες αίθουσες και άλλο η αλλαγή προέδρου. Το δεύτερο απαιτεί απάντηση στην ενοχλητική ερώτηση: ποιος έρχεται μετά;
Εκεί συνήθως τελειώνουν τα συνθήματα. Περισσεύει η οργή, αλλά λείπει το σχέδιο. Και δυστυχώς, η κάλπη δεν βαθμολογεί αγωνιστικές προθέσεις.
Οι μαθητές μπορούν να πιστεύουν ότι ανοίγουν τον δρόμο για μια δικαιότερη κοινωνία. Ωστόσο, άλλοι μπορεί να περιμένουν στη στροφή.
Η γαλλική Ακροδεξιά δεν χρειάζεται να συμμερίζεται τα αιτήματά τους. Της αρκεί να κερδίσει από τη φθορά του πολιτικού αντιπάλου.
Αυτό δεν κάνει τους νέους ακροδεξιούς. Κάνει όμως αναγκαία τη συζήτηση για τις συνέπειες ενός αγώνα, πέρα από τις προθέσεις του.
Γιατί έχουμε αποκτήσει μια βολική συνήθεια: βλέπουμε νέους στον δρόμο και μοιράζουμε αυτομάτως πιστοποιητικά προόδου. Λες και η ηλικία εγγυάται πολιτική διορατικότητα.
Δεν την εγγυάται. Ούτε η ένταση του συνθήματος αποδεικνύει την ορθότητα του αιτήματος. Διαφορετικά, θα κυβερνούσαν οι ντουντούκες.
Βεβαίως, οι νέοι έχουν κάθε δικαίωμα να διαμαρτύρονται. Αλλά το δικαίωμα στη διαμαρτυρία δεν προσφέρει ασυλία από την κριτική.
Ούτε κάθε ανατροπή σημαίνει πρόοδο. Μερικές ανατροπές ανοίγουν πόρτες που οι πρωταγωνιστές τους θα προτιμούσαν αργότερα να είχαν κρατήσει κλειστές.
Επομένως, όποιος ζητά την αποχώρηση του Μακρόν οφείλει να κοιτάζει και την επόμενη ημέρα. Με ονόματα, συσχετισμούς και συγκεκριμένες επιλογές.
Το «να φύγει» χωράει εύκολα σε ένα πανό. Το ποιος θα έρθει, με ποιο πρόγραμμα και ποιους συμμάχους, απαιτεί περισσότερη δουλειά.
Κι αυτή τη δουλειά πρέπει να κάνουν οι πολιτικές δυνάμεις που διεκδικούν την εμπιστοσύνη των νέων, πριν τους ζητήσουν να ακολουθήσουν.