Η εφαρμογή του Ν. 5221/2025 σηματοδοτεί μια βαθιά αλλαγή στις μισθωτικές σχέσεις στην Ελλάδα.
Από την 1η Μαΐου 2026, η απόδοση μισθίου μετά τη λήξη της σύμβασης δεν απαιτεί πλέον πολυετή δικαστική διαδικασία, αλλά μπορεί να ολοκληρώνεται ταχύτατα μέσω δικηγορικών ενεργειών, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις προειδοποίησης και τήρησης προθεσμιών.
Πρόκειται για μια ουσιαστική φιλελευθεροποίηση της αγοράς, η οποία ενισχύει την ασφάλεια δικαίου υπέρ των ιδιοκτητών και περιορίζει μια χρόνια ελληνική ιδιαιτερότητα: τη de facto καθυστέρηση αποδόσεως ακινήτων, που συχνά λειτουργούσε ως έμμεσος περιορισμός των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων.
Έχω αναφερθεί εκτενώς αλλού στη νέα τοπολογία με τις ευκαιρίες και τα ζητήματα που θα δημιουργήσει αυτή η νομοθετική αλλαγή. Το σοβαρότερο πρόβλημα όμως δεν αφορά στο ίδιο το μέτρο, αλλά το γεγονός ότι εφαρμόζεται σε μια αγορά ενοικίων σε φάση υπερθερμάνσεως χωρίς επαρκές δίκτυ κοινωνικής κατοικίας. Και αυτό είναι μια τεράστια διαφορά με τις άλλες αγορές και ένα τεράστιο κοινωνικό ζήτημα εν τω γεννάσθαι.
Η Ελλάδα παραμένει μία από τις ελάχιστες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς ουσιαστική στεγαστική προστασία ή κοινωνική κατοικία για ευάλωτα νοικοκυριά. Έτσι, με αυτή τη ρύθμιση το κράτος καταργεί μια άτυπη και προβληματική μορφή προστασίας των ενοικιαστών, έστω και για κάποιο διάστημα, χωρίς να προσφέρει εναλλακτικό μηχανισμό ασφαλείας.
Το πρόβλημα γίνεται σαφέστερο αν ληφθεί υπόψη ότι περίπου ένα εκατομμύριο ενοικιαστές θεωρούνται οικονομικά ευάλωτοι και δικαιούνται επιστροφή ενός μηνιαίου μισθώματος. Στη χώρα μας, λόγω της τριετούς διάρκειας των μισθωτηρίων περίπου 300.000 συμβάσεις που αντιστοιχούν σε αυτή την κατηγορία λήγουν κάθε χρόνο. Μέσα σε αυτές υπάρχουν αναπόφευκτα περιπτώσεις σοβαρής ασθένειας, ανεργίας, χηρείας, εγκυμοσύνης ή οικογενειακών κρίσεων, όπου μια άμεση έξωση μπορεί να προκαλέσει κοινωνικό αδιέξοδο. Σε συνθήκες περιορισμένης προσφοράς κατοικιών και υψηλής ζήτησης στα αστικά κέντρα και τις τουριστικές περιοχές, οι κοινωνικές επιπτώσεις της νέας πραγματικότητας ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα οξείες κατά την πρώτη περίοδο εφαρμογής.
Για τον λόγο αυτό έχω προτείνει έναν μηχανισμό ταχείας κοινωνικής παρεμβάσεως που θα λειτουργεί ως αντίβαρο στις νέες επιταχυνόμενες διαδικασίες υπέρ των εκμισθωτών. Η πρόταση μου αφορά στη δημιουργία πενταμελούς επιτροπής σε επίπεδο Περιφέρειας, με συμμετοχή εκπροσώπων εκμισθωτών, ενοικιαστών, μεσιτών, του οικείου Δήμου και της Περιφέρειας. Η ιδέα είναι, να μπορεί ο ενοικιαστής να προσφύγει σε αυτήν σε περίπτωση ανωτέρας βίας μετά την πρώτη εξώδικο κοινοποίηση προθέσεως αποδόσεως μισθίου. Ελλείψει δε θεσμοθετημένων οργανώσεων κάποιου από τους κοινωνικούς εταίρους, με ορισμό τους από μέλη των περιφερειακών οργάνων με την αντίστοιχη ιδιότητα. Η σύνθεση αυτή αντανακλά τη διεθνή πρακτική, σύμφωνα με την οποία η στεγαστική πολιτική αντιμετωπίζεται κυρίως σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης.
Η πρόταση ήταν να μπορεί αυτή η επιτροπή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις κοινωνικής ανάγκης, να παρατείνει για έως τρεις μήνες τη μίσθωση με το ίδιο μίσθωμα πλέον αυξήσεως ΔΤΚ. Έτσι, να δοθεί χρόνος ομαλής μεταβάσεως στον ενοικιαστή που βρέθηκε σε κατάσταση ανωτέρας βίας, χωρίς πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση για καμία πλευρά. Στόχος δεν θα ήταν η αναβίωση των χρόνιων καθυστερήσεων και της γραφειοκρατίας του παρελθόντος, αλλά η δημιουργία ενός περιορισμένου και σαφώς οριοθετημένου μηχανισμού κοινωνικής προστασίας για καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης.
Η πρόταση αυτή σκόπευε επίσης να εξισορροπήσει την σημαντική παραχώρηση ταχειών διαδικασιών στους εκμισθωτές με αντίστοιχη παραχώρηση λογικού χρονικού διαστήματος σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας στην πλευρά των ενοικιαστών.
Ακόμα και αν αυτό το μέτρο είχε υιοθετηθεί ή εάν υιοθετηθεί στο μέλλον ωστόσο δεν αρκεί για να λύσει το θεμελιώδες ζήτημα της αγοράς ενοικίων. Πολλά νοικοκυριά και αναξιοπαθούντες συμπολίτες μας πολύ απλά βρίσκονται σε αδυναμία να καλύψουν τις ανάγκες των μισθωμάτων χωρίς βοήθεια, ιδιαιτέρως στα αστικά κέντρα και τις τουριστικές περιοχές.
Παράλληλα λοιπόν, απαιτείται η σταδιακή ανάπτυξη πολιτικών και θεσμών αποκέντρωσης, κοινωνικής κατοικίας, η αξιοποίηση κλειστών κατοικιών, η ενίσχυση ανακαινίσεων και η αύξηση της προσφοράς διαθέσιμων ακινήτων. Χωρίς τέτοιες παρεμβάσεις, η φιλελευθεροποίηση της αγοράς κινδυνεύει να οδηγήσει σε μεγαλύτερη κοινωνική πίεση και περαιτέρω αύξηση των ανισοτήτων ή και σε διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής.
Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει νομίζω πρωτίστως η διατήρηση της κοινωνικής ευαισθησίας από την πλευρά των εκμισθωτών. Λόγω των μεγάλων αριθμών που εμπλέκονται, είναι αναπόφευκτο ότι θα προκύψουν παρατράγουδα και αδικίες. Κάνω λοιπόν έκκληση, όπου μπορώ, αλλά και από εδώ, να διατηρήσουμε την ανθρωπιά μας. Η ελληνική αγορά, σε σύγκριση με πολλές ξένες, διατηρεί ακόμη έντονα στοιχεία προσωπικής ανοχής και ανθρώπινης αντιμετώπισης. Σε μια περίοδο βαθιών αλλαγών, αλλά και επερχόμενων αναταράξεων, αυτή η κοινωνική ισορροπία ίσως αποδειχθεί εξίσου ή και περισσότερο σημαντική με το ίδιο το νομοθετικό πλαίσιο.