Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική συγκρούεται τόσο βίαια με την πραγματικότητα, ώστε στο τέλος μένει όρθιος μόνο ο κυνισμός.
Μία από αυτές ήταν όταν ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ φέρεται να πρότεινε στον Αλέξη Τσίπρα να φορολογήσει πιο επιθετικά τους εφοπλιστές για να σωθούν οι συντάξεις κι εκείνος αρνήθηκε.
Κι εδώ αρχίζει η ελληνική πολιτική υποκρισία. Γιατί όσοι σήμερα γελούν ειρωνικά με την άρνηση Τσίπρα, ξεχνούν κάτι βασικό: ότι στο συγκεκριμένο θέμα ο πρώην πρωθυπουργός πιθανότατα είχε δίκιο. Όχι επειδή οι εφοπλιστές δεν πρέπει να πληρώνουν περισσότερα, αλλά επειδή η ελληνική ναυτιλία δεν λειτουργεί με όρους λαϊκής συνέλευσης. Λειτουργεί με σημαίες, φορολογικά καθεστώτα και διεθνή ανταγωνισμό.
Αν αύριο το πρωί η Ελλάδα αποφάσιζε να μετατρέψει τους καραβοκύρηδες σε… μόνιμο χρηματοδότη του ασφαλιστικού συστήματος, το πιθανότερο είναι ότι μέχρι το βράδυ τα μισά πλοία θα έψαχναν λιμάνι σε Παναμά, Λιβερία ή νησιά Μάρσαλ. Τόσο απλά. Ο εφοπλιστής δεν είναι δημόσιος υπάλληλος για να μείνει επειδή του το ζητά η πατρίδα.
Το πρόβλημα όμως του Τσίπρα δεν είναι τι έκανε τότε. Το πρόβλημα είναι τι έλεγε πριν γίνει πρωθυπουργός. Γιατί όταν ανεβαίνεις στα μπαλκόνια υποσχόμενος ότι θα «φορολογήσεις τους πλούσιους» και μετά καταλήγεις να προστατεύεις το πιο ισχυρό κεφάλαιο της χώρας, η πραγματικότητα σε εκδικείται πολιτικά.
Και κάπου εκεί αρχίζει η γνωστή ελληνική παράσταση. Οι πολιτικοί χαϊδεύουν αυτιά, οι πολίτες πιστεύουν εύκολες λύσεις και όταν έρθει η ώρα της αλήθειας, όλοι κάνουν πως πέφτουν από τα σύννεφα.
Η αλήθεια όμως είναι σκληρή. Η ναυτιλία είναι ένα από τα ελάχιστα παγκόσμια «όπλα» της Ελλάδας. Και το κράτος τη φορολογεί πάντα τόσο όσο να μη θυμώσει η κοινωνία, αλλά όχι τόσο ώστε να σηκώσει άγκυρα και να φύγει.
Απλώς αυτά δεν λέγονται εύκολα σε έναν συνταξιούχο που μετράει το πορτοφόλι του στο σούπερ μάρκετ. Ούτε σε έναν μισθωτό που δεν μπορεί να πάρει την έδρα της δουλειάς του και να τη μεταφέρει στις Κέιμαν.