Η συζήτηση γύρω από την απαγόρευση των ψηφιακών μέσων κοινωνικής δικτύωσης (social media) σε παιδιά κάτω των 15 ετών, έχει ενταθεί σημαντικά, κυρίως λόγω των αυξανόμενων ανησυχιών για την ψυχική υγεία των εφήβων.
Παρότι η πρόθεση πίσω από τέτοιες προτάσεις είναι προστατευτική ενώ παρουσιάζεται από τον Πρωθυπουργό ως ένα «επιπλέον εργαλείο στήριξης» για τις οικογένειες που ανησυχούν, εντούτοις η επιστημονική βιβλιογραφία, η θέση πολλών ψυχολόγων και τα πρώτα αποτελέσματα από μια τέτοια κίνηση στην Αυστραλία δείχνουν ότι η καθολική απαγόρευση δεν είναι ούτε αποτελεσματική, ούτε μια αναπτυξιακά κατάλληλη λύση, έχει οδηγήσει δε σε σκοτεινότερες και λιγότερο ελεγχόμενες ψηφιακές διαδρομές τις οποίες δεν γνωρίζουμε καν από πού να «πιάσουμε». Κι αν, όπως επισήμανε ο κύριος Μητσοτάκης, «η Ελλάδα θα είναι μία από τις πρώτες χώρες που θα προχωρήσουν σε μια τέτοια παρέμβαση» (sic), αξίζει να αναρωτηθούμε μήπως αυτό συμβαίνει επειδή οι υπόλοιπες χώρες σκέφτηκαν, εξέτασαν το ενδεχόμενο και απέρριψαν ολοκληρωτικά την εφαρμογή του, πριν από μας. Είναι υπέροχο το να πιστεύουμε ότι είμαστε πρωτοπόροι τέτοιων πρωτοβουλιών αλλά, όπως έχει συμβεί και με άλλες αποφάσεις για τη γονεϊκότητα που πήραμε κεντρικά, είμαστε μάλλον οι αδιάβαστοι της Ευρωπαϊκής παρέας σχετικά με τα τελευταία πορίσματα της επιστήμης της Ψυχολογίας.
Είναι τα κοινωνικά δίκτυα, από μόνα τους, ανάθεμα;
Πάντως η καθολική απαγόρευση δίνει αφορμή για τέτοιες εντυπώσεις.
Τα ψηφιακά μέσα δεν συνιστούν, από μόνα τους, πηγή κινδύνου. Αντίθετα, αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο μάθησης, δημιουργικότητας, εξερεύνησης και κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Σύμφωνα με σύγχρονες μελέτες, η πρόσβαση σε ψηφιακό περιεχόμενο μπορεί να ενισχύσει τη γνωστική ανάπτυξη, να καλλιεργήσει δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων και να δώσει στα παιδιά τη δυνατότητα να εκφραστούν μέσα από πολλαπλές μορφές (π.χ. βίντεο, γραφή, τέχνη). Η ψηφιακή πραγματικότητα δίνει επίσης στα παιδιά δυνατότητες πειραματισμού με την τεχνολογία, ανάπτυξης πλατφορμών εφηβικής επιχειρηματικότητας και καλών πρακτικών για την καθημερινή ζωή (υπάρχουν και αντίστοιχες εκδηλώσεις βράβευσης project), αναζήτησης πληροφοριών για θέματα που απασχολούν τους νέους και ψυχικό καταφύγιο (πχ fora προτάσεων και προβληματισμών) για παιδιά που δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στις συνθήκες του περιβάλλοντος στο οποίο μεγαλώνουν. Φυσικά όλα τα παραπάνω δεν βασίζονται αποκλειστικά στα social media, αλλά κάνουν χρήση αυτών, μέσω της διασύνδεσης και της πρώτης πρόσβασης με ένα θέμα. Διευκολύνουν. Προσφέρουν τη διακριτικότητα που χρειάζονται οι νέοι που έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με πληροφορίες που εγείρουν ντροπή ή/και αποτροπιασμό στο φυσικό, κοινωνικό τους περιβάλλον (πχ εξερεύνηση της σεξουαλικής ταυτότητας). Και παρόλο που κανένας δεν προτείνει το να βασιζόμαστε εξ ολοκλήρου στα μήντια για κάθε διεργασία που προκύπτει στην καθημερινότητα μας, η καθολική απαγόρευση των μέσων προτείνει το αντίθετο: το να τα αφήσουμε στην άκρη στα πρώιμα χρόνια της εφηβικής κοινωνικοποίησης, τότε που οι νέοι αρχίζουν να εξερευνούν τον εαυτό τους και τον κόσμο μέσα και από το ψηφιακό περιβάλλον. Υπάρχει άραγε ισχυρή αντιπρόταση σε μια καθημερινότητα οικογενειών που τρέχουν και δεν φτάνουν, που αγωνιούν, που στηρίζονται και οι ίδιες στα μήντια για ανακούφιση και άμεση ικανοποίηση (instant gratification);
Η συζήτηση δεν θα πρέπει να επικεντρώνεται αποκλειστικά στον χρόνο χρήσης των κοινωνικών δικτύων αλλά, κυρίως, στην ποιότητα και το πλαίσιο της χρήσης. Η ερευνητική βιβλιογραφία δείχνει ότι οι αρνητικές επιπτώσεις από τα social media σχετίζονται κυρίως με την υπερβολική, παθητική ή απομονωμένη χρήση και όχι με τη μέτρια ή δημιουργική ενασχόληση. Ένα παιδί που χρησιμοποιεί τα μέσα για να μάθει, να δημιουργήσει ή να επικοινωνήσει έχει πολύ διαφορετική εμπειρία από ένα παιδί που καταναλώνει παθητικά και ανεξέλεγκτα περιεχόμενο, για πολλές ώρες. Η καθολική απαγόρευση αγνοεί όλες τις κρίσιμες διαφοροποιήσεις ενώ αντιμετωπίζει τα διαφορετικά είδη χρήσης ως εξίσου επιβλαβή. Αλλά μήπως είναι υπεύθυνη κάποια κυβέρνηση για να καθορίσει το πρόγραμμα και τις δραστηριότητες ενός σπιτικού; Και ποια επιστημονική έρευνα ακριβώς υποστηρίζει με σαφήνεια μια αιτιώδη σχέση μεταξύ χρήσης των μέσων και ψυχικών δυσκολιών; Μπορούμε να ανατρέξουμε στον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζεται μια εξάρτηση χωρίς να λάβουμε υπόψη το περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται ένα παιδί, στα μηνύματα που αυτό εισπράττει , στα συστημικά κενά πάνω στα οποία «πατάει» η διαταραχή; Αρκετές μελέτες καταγράφουν συσχετίσεις αλλά δεν αποδεικνύουν ότι η χρήση των μέσων προκαλεί προβλήματα ψυχικής υγείας, ούτε αυτές οι μελέτες είναι σταθμισμένες στο ιδιαίτερο, οικογενειακό περιβάλλον της χώρας μας. Αντίθετα, φαίνεται ότι παιδιά και έφηβοι που ήδη βιώνουν άγχος, μοναξιά ή χαμηλή αυτοεκτίμηση στρέφονται συχνότερα στα ψηφιακά μέσα ως μηχανισμό αντιμετώπισης αυτών, πράγμα που μπορεί να ερμηνευτεί ως εξής: η απαγόρευση δεν αγγίζει τη ρίζα των δυσκολιών, αλλά ενδέχεται απλώς να μετατοπίσει, να κουκουλώσει ή να δώσει άλλοθι στο πρόβλημα: αν βάλουμε λουκέτο στα μήντια, σε ποιον άλλο δαίμονα μπορούμε να φορτώσουμε την απόγνωση και την απογοήτευση των νέων από εμάς τους ίδιους και τις πράξεις μας;
Το «πρόχειρο» παράδειγμα της Αυστραλίας
Τα πρώτα αποτελέσματα από την εφαρμογή της απαγόρευσης των social media στους εφήβους στην Αυστραλία καταλήγουν σήμερα στο ότι, παρότι η απαγόρευση παρουσιάστηκε ως μια «απλή» λύση για την προστασία των παιδιών, στην πράξη αυτή ανέδειξε μια σειρά από σύνθετα προβλήματα και περιορισμούς. Οι αυστηρές απαγορεύσεις συχνά παράγουν αποτελέσματα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα, ιδιαίτερα όταν αφορούν εφήβους που βρίσκονται σε μια αναπτυξιακή φάση όπου η ανάγκη για αυτονομία και εξερεύνηση είναι έντονη. Όταν η πρόσβαση στα ψηφιακά μέσα αποκλείεται πλήρως, η χρήση δεν εξαφανίζεται – μετατοπίζεται σε πιο κρυφές και συχνά λιγότερο ασφαλείς μορφές. Αυτό ακριβώς συνέβη και στην Αυστραλία: ένας σημαντικός αριθμός εφήβων αναζήτησε εναλλακτικούς τρόπους πρόσβασης, ακόμη και μέσω πιο ανεξέλεγκτων περιοχών του διαδικτύου, όπως το λεγόμενο “dark web”, όπου η απουσία εποπτείας αυξάνει σημαντικά τους κινδύνους έκθεσης σε ακατάλληλο ή επιβλαβές περιεχόμενο. Παράλληλα, η επιβολή απόλυτων περιορισμών ξεκίνησε μια διάβρωση της σχέσης εμπιστοσύνης με τους γονείς, ενισχύοντας τη μυστικότητα και την αποστασιοποίηση των παιδιών από τους ενήλικες που είναι υπεύθυνοι για το μεγάλωμα τους.
Ένα ακόμη σημαντικό σημείο που ανέδειξε η έκθεση πρώτων αποτελεσμάτων από την Αυστραλία είναι οι επιπτώσεις στα δικαιώματα και την κοινωνική συμμετοχή των εφήβων. Η απαγόρευση φαίνεται να περιόρισε την πρόσβαση των νέων σε δημόσιο λόγο, ενημέρωση και πολιτική έκφραση, κάτι που έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο νομικών αμφισβητήσεων. Παράλληλα, μείωσε τη δυνατότητα των νέων να συμμετέχουν σε ψηφιακές κοινότητες που αποτελούν πλέον βασικό κομμάτι της κοινωνικής ζωής, δημιουργώντας εν εξελίξει πολίτες διαφορετικών ταχυτήτων, έβαλε δηλαδή τις βάσεις για την ανάπτυξη κοινωνικών ανισοτήτων: η απαγόρευση μπορεί να επηρεάσει περισσότερο ευάλωτες ομάδες παιδιών, όπως εκείνα που βασίζονται στο διαδίκτυο για υποστήριξη, ενημέρωση ή αίσθηση κοινότητας. Για αυτά τα παιδιά, τα social media δεν είναι απλώς ψυχαγωγία αλλά σημαντικός πόρος σύνδεσης και ενδυνάμωσης.
Η έκθεση της Αυστραλίας επισημαίνει επίσης κινδύνους που σχετίζονται με την ιδιωτικότητα. Η εφαρμογή της απαγόρευσης απαιτεί μηχανισμούς επαλήθευσης ηλικίας, οι οποίοι συχνά συνεπάγονται συλλογή προσωπικών δεδομένων. Αυτό δημιουργεί ανησυχίες για κακή διαχείριση ευαίσθητων πληροφοριών και ψεύτικες δηλώσεις.
Το βασικό μήνυμα της έκθεσης είναι ότι η απαγόρευση αποτελεί μια υπεραπλουστευμένη απάντηση σε ένα σύνθετο πρόβλημα. Αντί για οριζόντιες απαγορεύσεις, προτείνεται μια πιο στοχευμένη προσέγγιση που περιλαμβάνει καλύτερο σχεδιασμό πλατφορμών, ενίσχυση της ψηφιακής παιδείας, ουσιαστική ρύθμιση των εταιρειών τεχνολογίας και εκπαίδευση των γονιών στους τρόπους χρήσης των οθονών και των μέσων, από όλα τα μέλη μιας οικογένειας. Η εμπειρία της Αυστραλίας λειτουργεί επίσης ως προειδοποίηση για άλλες χώρες: οι εύκολες λύσεις στην ψηφιακή εποχή σπάνια αποδίδουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Συνολικά, η ιδέα της καθολικής απαγόρευσης των social media σε εφήβους κάτω των 15 ετών φαίνεται να αγνοεί την πολυπλοκότητα του φαινομένου και τις αναπτυξιακές ανάγκες των νέων παιδιών. Αντί για απαγορεύσεις, η επιστήμη υποδεικνύει μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση, όπου η τεχνολογία εντάσσεται στη ζωή των παιδιών με τρόπο υποστηρικτικό, καθοδηγούμενο και ουσιαστικό. Λύση δεν είναι η πλήρης αποχή, αλλά η ισορροπημένη και συνειδητή χρήση. Αυτό που χρειάζονται τα παιδιά δεν είναι η απομάκρυνση από την τεχνολογία αλλά η εκπαίδευση στη σωστή αξιοποίησή της, σε συνδυασμό με σαφή όρια και ενεργή γονική παρουσία.