Ακριβότερο έχει γίνει το καλάθι των ελληνικών νοικοκυριών την τελευταία δεκαετία.
Οι τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί σωρευτικά κατά 36%, αντανακλώντας τις επιπτώσεις της πανδημίας, της ενεργειακής κρίσης και του έντονου πληθωριστικού κύματος που ακολούθησε.
Παράλληλα, οι δαπάνες για τη διατροφή παραμένουν μία από τις μεγαλύτερες επιβαρύνσεις στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα της 21ης Έκθεσης του ΙΟΒΕ, που εκπονήθηκε για λογαριασμό του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ) και αποτυπώνει τόσο την εξέλιξη των τιμών όσο και τη συμβολή της βιομηχανίας τροφίμων στην ελληνική οικονομία.
Δύο διαφορετικές περίοδοι για τον πληθωρισμό
Η μελέτη καταγράφει δύο διακριτές φάσεις στην εξέλιξη των τιμών. Την περίοδο 2006-2015, οι τιμές τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών αυξήθηκαν σωρευτικά κατά 14,7%, κινούμενες σχεδόν παράλληλα με τον Γενικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.
Η εικόνα αλλάζει αισθητά μετά το 2016. Από το 2016 έως το 2025, οι τιμές των τροφίμων σημείωσαν σωρευτική αύξηση 36%, ξεπερνώντας σημαντικά τον γενικό πληθωρισμό και αποτυπώνοντας τις έντονες ανατιμήσεις που προκάλεσαν οι διαδοχικές διεθνείς κρίσεις.
Παρόμοια τάση καταγράφηκε και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου ο δείκτης τιμών τροφίμων αυξήθηκε κατά 47,3% την περίοδο 2016-2025, έναντι 21,1% την προηγούμενη δεκαετία. Αντίστοιχα, ο γενικός δείκτης τιμών κατέγραψε ισχυρότερη άνοδο μετά το 2016.
Διαφορετική εικόνα εμφανίζει η κατηγορία αλκοολούχων ποτών και καπνού. Στην Ελλάδα οι τιμές αυξήθηκαν κατά 53,6% την περίοδο 2006-2015, ενώ μετά το 2016 η σωρευτική άνοδος περιορίστηκε στο 16,2%. Στην ΕΕ, αντίθετα, οι αυξήσεις ήταν σχεδόν ισομερώς κατανεμημένες στις δύο περιόδους.
Πόσα δαπάνησαν οι Έλληνες για τρόφιμα το 2024
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η μέση μηνιαία κατά κεφαλήν καταναλωτική δαπάνη στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2024 στα 1.725 ευρώ, αυξημένη κατά 3,6% σε σύγκριση με το 2023.
Από το ποσό αυτό, τα 356,7 ευρώ αφορούσαν τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά, έναντι 348,9 ευρώ το προηγούμενο έτος, ενώ για αλκοολούχα ποτά και προϊόντα καπνού η μηνιαία δαπάνη διαμορφώθηκε στα 59,2 ευρώ, από 58,2 ευρώ το 2023.
Συνολικά, η μηνιαία κατά κεφαλήν δαπάνη για τρόφιμα και ποτά ανήλθε στα 385,3 ευρώ, έναντι 375,8 ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα. Σε σύγκριση με το 2015, όταν η αντίστοιχη δαπάνη ήταν 310,7 ευρώ, η αύξηση φθάνει το 21,4%.
Το κρέας παραμένει η μεγαλύτερη δαπάνη
Το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού των νοικοκυριών για τρόφιμα εξακολουθεί να κατευθύνεται στο κρέας, με μέση μηνιαία δαπάνη 76,1 ευρώ ανά άτομο.
Ακολουθούν τα γαλακτοκομικά προϊόντα με 56,6 ευρώ, ενώ στην τρίτη θέση βρίσκονται τα προϊόντα αλευριού, ψωμιού και δημητριακών, με μηνιαία δαπάνη 48,6 ευρώ.
Οι κατηγορίες που ακριβαίνουν και όσες υποχωρούν
Η μελέτη καταγράφει σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά κατηγορία προϊόντων.
Στο ψωμί και τα προϊόντα αρτοποιίας, μετά τις έντονες αυξήσεις του 2022 και του 2023, ο πληθωρισμός επιβραδύνθηκε σημαντικά το 2024, με άνοδο μόλις 0,4%, ενώ το 2025 οι τιμές αυξήθηκαν κατά 2,4%.
Στο νωπό πλήρες γάλα, οι τιμές μειώθηκαν κατά 4,6% το 2024, για να επιστρέψουν σε θετικό πρόσημο το 2025, με αύξηση 4,2%.
Ιδιαίτερα έντονες διακυμάνσεις εμφάνισαν τα έλαια. Μετά τις μεγάλες ανατιμήσεις της διετίας 2022-2023, οι τιμές αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο το 2024 (32,4%) λόγω προβλημάτων στην παραγωγή, πριν υποχωρήσουν κατά 26,3% το 2025.
Στη ζάχαρη, αντίθετα, συνεχίστηκε η αποκλιμάκωση, με μειώσεις 15,6% το 2024 και 13,7% το 2025.
Ο καφές παρέμεινε σε τροχιά ανατιμήσεων εξαιτίας των προβλημάτων στην παγκόσμια παραγωγή. Παρότι το 2024 σημειώθηκε επιβράδυνση, το 2025 οι τιμές αυξήθηκαν εκ νέου κατά 13,8%.
Ανοδικά κινήθηκαν και οι χυμοί φρούτων, με τον ρυθμό αύξησης να περιορίζεται στο 11,4% το 2024 και στο 5,6% το 2025.
Διπλασιάστηκαν οι εξαγωγές στη βιομηχανία τροφίμων και ποτών την τελευταία δεκαετία
Ο κλάδος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξαγωγικές δυνάμεις της χώρας, καθώς οι εξαγωγές τροφίμων και ποτών διπλασιάστηκαν την τελευταία δεκαετία, φτάνοντας τα €7,4 δισ. το 2025, αντιπροσωπεύοντας το 15% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών. Τα επεξεργασμένα φρούτα και λαχανικά, καθώς και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, συνεισφέρουν σχεδόν το 51% της συνολικής αξίας των εξαγωγών του κλάδου. Παράλληλα, η Ιταλία και η Γερμανία απορροφούν περίπου το 30% των εξαγωγών τροφίμων και ποτών, ενώ η Ολλανδία και η Γερμανία αποτελούν τις βασικές χώρες προέλευσης εισαγωγών, καλύπτοντας το 28% των συνολικών εισαγωγών του κλάδου.
Την ίδια στιγμή, η συμβολή του κλάδου στην παραγωγική δυναμική της χώρας αποτυπώνεται και στις επενδύσεις, οι οποίες ξεπέρασαν το €1 δισ. το 2024 και τα €7,2 δισ. την περίοδο 2015-2024 επιβεβαιώνοντας τη διαρκή δέσμευση των επιχειρήσεων του κλάδου για εκσυγχρονισμό, καινοτομία και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους. Επιπλέον, σημειώνεται πως η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων-ποτών-καπνού το 2023 διέθεσε €56,5 εκατ. για έργα Έρευνας & Ανάπτυξης, μέγεθος που αντιστοιχεί περίπου στο 10,5% της συνολικής δαπάνης για Ε&Α στην Ελλάδα, και επίδοση που την κατατάσσει στην 2η μεταξύ χωρών της ΕΕ, για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
Τα τυποποιημένα επώνυμα τρόφιμα συγκρατούν τις τιμές στα χαμηλότερα δυνατά επίπεδα
Παρά τις έντονες διεθνείς αναταράξεις, τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις πληθωριστικές πιέσεις των τελευταίων ετών, η ελληνική Βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών διατηρεί την ανθεκτικότητά της, στηρίζοντας με συνέπεια τα ελληνικά νοικοκυριά σε όλη τη χώρα.
Πιο αναλυτικά, στην κατηγορία των τυποποιημένων, επώνυμων τρόφιμων, τα οποία στην πλειονότητά τους διατίθενται στην αγορά από επιχειρήσεις- Μέλη του ΣΕΒΤ, ο δείκτης εξέλιξης των τιμών τους τελευταίους 18 μήνες (Ιανουάριος 2025-Ιούνιος 2026), παρέμεινε περί το μηδέν, με μικρές αποκλίσεις.
Ο Πρόεδρος του ΣΕΒΤ, κ. Ι. Γιώτης, δήλωσε: “Τα στοιχεία της Έκθεσης, επιβεβαιώνουν ότι η Βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών παραμένει ένας ανθεκτικός και δυναμικός κλάδος, με σημαντική συμβολή στην Εθνική Οικονομία, την απασχόληση και τις εξαγωγές της χώρας. Παρά τις διεθνείς προκλήσεις, οι επιχειρήσεις του κλάδου μας συνεχίζουν να επενδύουν και να παράγουν αξία, αλλά και να απορροφούν σημαντικό μέρος των ανατιμήσεων έμπρακτα και αποτελεσματικά προς όφελος του καταναλωτή, που είναι η μεγαλύτερη περιουσία μας. Με προσήλωση στη διάθεση προϊόντων υψηλής ποιότητας, ασφαλών, βιώσιμων, καινοτόμων και προσιτών, διαμορφώνουμε τις προϋποθέσεις για μια ακόμη ισχυρότερη και πιο ανταγωνιστική Βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών”.
Από την πλευρά του, ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, κ. Ν. Βέττας, ανέφερε: “Τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν τη στρατηγική σημασία της Βιομηχανίας Τροφίμων και Ποτών για την ελληνική οικονομία. Ο κλάδος καταγράφει ισχυρές επιδόσεις σε όρους προστιθέμενης αξίας, απασχόλησης, επενδύσεων και εξαγωγών, ενώ παράλληλα επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα σε μια περίοδο διαδοχικών εξωτερικών πιέσεων. Η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και η περαιτέρω ενίσχυση της εξωστρέφειας θα αποτελέσουν βασικούς παράγοντες για τη μελλοντική του πορεία”.