Η γερμανική κυβέρνηση ασκεί πιέσεις για να επιτευχθεί γρήγορα συμβιβασμός μεταξύ της Deutsche Bank και των αμερικανικών αρχών σχετικά με το πρόστιμο πολλών δισ. ευρώ που καλείται να πληρώσει η μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας.

Παράλληλα, το Βερολίνο ασκεί έντονες πιέσεις και προς τη διοίκηση της Deutsche Bank για να εντείνει τις προσπάθειες αναδιάρθρωσης του επιχειρηματικού της μοντέλου. Η απαίτηση είναι απολύτως δικαιολογημένη, δεδομένου ότι η τραπεζική αγορά είναι κορεσμένη στη Γερμανία, ενώ οι γερμανικές τράπεζες είναι οι πιο αναποτελεσματικές στην Ευρωζώνη.

Η κρίση που παρασύρει την Deutsche Bank, την τρίτη μεγαλύτερη τράπεζα της Ευρώπης, ουσιαστικά από τις αρχές του έτους, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η διοίκησή της δεν είχε εκμεταλλευτεί το διάστημα από την κρίση του 2008 έως σήμερα για να αλλάξει το επιχειρηματικό της μοντέλο, να γίνει παραγωγικότερη και να προβεί στην απαραίτητη λιτότητα, μειώνοντας τον αριθμό των υποκαταστημάτων της και στρεφόμενη προς την ηλεκτρονική τραπεζική.

Το πρόβλημα Deutsche Bank έχει μετατραπεί σε πολιτικό ζήτημα έναν χρόνο πριν από τις βουλευτικές εκλογές της Γερμανίας, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια κινήσεων της Αγκελα Μέρκελ. Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της εταιρείας TNS Enmid για λογαριασμό του γερμανικού περιοδικού Focus, το 69% των Γερμανών πολιτών τάσσεται κατά μιας ενδεχόμενης κρατικής διάσωσης της Deutsche Bank.

Ανάλογα προβλήματα αντιμετωπίζει και η Commerzbank, η δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας, η οποία είχε ανακοινώσει τον περασμένο μήνα νέο σχέδιο μείωσης του εργατικού της δυναμικού κατά 20%, παράλληλα με τον περιορισμό του ισολογισμού της. Πολλοί πολιτικοί στη Γερμανία υποστηρίζουν ότι τα προβλήματα του γερμανικού τραπεζικού τομέα οφείλονται σχεδόν αποκλειστικά στα αρνητικά επιτόκια δανεισμού που εφαρμόζει τα τελευταία χρόνια η ΕΚΤ, άποψη με την οποία δεν συμφωνεί τόσο η ΕΚΤ όσο και το ΔΝΤ, όπως και πλειάδα οικονομικών αναλυτών (εκτός Γερμανίας).

Σχεδόν οι πάντες συμφωνούν ότι, πρώτον, η Deutsche Bank έχει ανάγκη από νέα κεφάλαια και, δεύτερον, ότι η Γερμανία διαθέτει πάρα πολλές τράπεζες. Στις τραπεζικές δοκιμασίες του περασμένου Ιουλίου ο βασικός δείκτης ιδίων κεφαλαίων (CAT1) της Deutsche Bank είχε διαμορφωθεί στο 7,8%, ποσοστό που την κατατάσσει στην τελευταία δεκάδα μεταξύ των 56 μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών. Σύμφωνα με στοιχεία της Wall Street Journal, στη Γερμανία ένα τραπεζικό υποκατάστημα αντιστοιχεί σε 45.552 κατοίκους, όταν στην Ισπανία η αναλογία είναι ένα υποκατάστημα για κάθε 205.593 κατοίκους.

Η Γερμανία διαθέτει περισσότερες από 2.000 εμπορικές, πιστωτικές και συνεταιριστικές τράπεζες και μάλιστα η νομοθεσία της χώρας ουσιαστικά απαγορεύει τη συγχώνευση εμπορικών με αποταμιευτικές και συνεταιριστικές τράπεζες. Ο υπερβολικός κατακερματισμός της αγοράς οδηγεί σε μείωση της κερδοφορίας. Σύμφωνα με στοιχεία της WSJ, η απόδοση ιδίων κεφαλαίων των γερμανικών τραπεζών ήταν το 2015 μόλις 4,51%, ενώ για τις γαλλικές (όπου παρατηρείται μεγάλη συγκέντρωση στην αγορά) ήταν 6,18%. Οι τοπικές γαλλικές τράπεζες είχαν απόδοση ιδίων κεφαλαίων 8,88%, ενώ οι αντίστοιχες γερμανικές μόλις 2,65%. Ωστόσο με τόσο υψηλό κόστος λειτουργίας (βλ. γράφημα), οι Γερμανοί τραπεζίτες μάλλον θα πρέπει να σκεφθούν κάτι πιο αποδοτικό.

Δανείστηκε ακριβά σαν «ποιοτικό σκουπίδι»

Το Βερολίνο αρνείται ότι παρεμβαίνει υπέρ της Deutsche Bank, ωστόσο την ίδια στιγμή πιέζει για έναν όσο το δυνατόν ταχύτερο συμβιβασμό με τις αμερικανικές αρχές που αρχικά ζήτησαν καταβολή προστίμου 12,5 δισ. ευρώ, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών προς την τράπεζα.

Ενδεικτικό στοιχείο του πόσο έχει τρωθεί αυτή η εμπιστοσύνη είναι ότι η D.B. δανείστηκε την Τρίτη 1,5 δισ. ευρώ, προσφέροντας απόδοση υπερδιπλάσια από αυτήν που είχε προσφέρει έναν χρόνο νωρίτερα. Το κουπόνι του ομολόγου ορίστηκε στο 2,9%, απόδοση που είναι πολύ κοντά στη μέση απόδοση 3% που έχουν τα λεγόμενα «ποιοτικά ομόλογα-σκουπίδια». Παράλληλα το Βερολίνο, σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg, πιέζει ακόμα περισσότερο τη διοίκηση της D.B. να προωθήσει πιο δραστικά μέτρα, όπως η μείωση προσωπικού, να στραφεί περισσότερο στην παροχή τραπεζικών υπηρεσιών μέσω Διαδικτύου και να κλείσει υποκαταστήματα.

O επικεφαλής της γερμανικής τραπεζικής κανονιστικής αρχής (Bafin) Φέλιξ Χούφελντ λέει ότι σε περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων δανεισμού οι τράπεζες δεν μπορούν πλέον να βασίζονται στα έσοδα από τόκους, ενώ «η αναλογία κόστους – εσόδων πρέπει να μειωθεί σημαντικά στη Γερμανία».

 

Facebook Comments