Στατιστικά στοιχεία Φόρου Εισοδήματος. Να γελάει ή να κλαίει κανείς;

Μωυσής Μίνος

Στατιστικά στοιχεία Φόρου Εισοδήματος. Να γελάει ή να κλαίει κανείς;

Το 2016 με βάση τα εισοδήματα του 2015, η ΕΛΣΤΑΤ όριζε ως «κατώφλι φτώχειας» το ατομικό εισόδημα των 4.512€ ετησίως. Το εισόδημα αυτό αντιστοιχεί σε ημερήσιο εισόδημα 12,40€. Αυτό σημαίνει ότι κάτω από το εισόδημα αυτό, ο πολίτης θεωρείται στατιστικά «Πτωχός» με βάση πάντα τα δηλωμένα εισοδήματα που επεξεργάζονται οι Υπηρεσίες του Κράτους και οι Ανεξάρτητες Αρχές όπως η ΕΛΣΤΑΤ και η νέο-συσταθείσα Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ).

Η ΑΑΔΕ έδωσε στη δημοσιότητα λίγες ημέρες πριν το Πάσχα, τα στοιχεία από την επεξεργασία των δηλώσεων εισοδήματος του 2016 (που αφορούν το έτος 2015). Σύμφωνα με αυτά η κατανομή των νοικοκυριών στις εισοδηματικές κατηγορίες (σε 000€) φαίνεται στο Γράφημα 1. Το 58% των υπόχρεων σε δήλωση εισοδήματος νοικοκυριών, δηλώνει εισοδήματα μέχρι 10.000€ το χρόνο. Με τεχνική αναγωγής από το σύνολο των δηλώσεων στο σύνολο του πληθυσμού με βάση την τελευταία απογραφή, το μέσο ατομικό εισόδημα για κάθε μέλος του νοικοκυριού της κατηγορίας αυτής που δηλώνει μέχρι 10.000€ υπολογίζεται μεταξύ 2.900€ και 4.500€. Επομένως, θα μπορούσε κανείς να εκτιμήσει με μεγάλη πιθανότητα ότι το σύνολο των νοικοκυριών αυτής της κατηγορίας, δηλαδή το 58% του πληθυσμού, διαβιεί υπό συνθήκες φτώχειας, όπως αυτή ορίζεται από τα επίσημα στοιχεία.

Αν προστεθεί και η αμέσως ανώτερη κατηγορία εισοδήματος (10.000-20.000€), έχουμε το συμπέρασμα ότι το 83% των πολιτών ζει με εισοδήματα που φτάνουν το πολύ μέχρι 50% πάνω από το επίπεδο της στατιστικής φτώχειας, δηλαδή το πολύ μέχρι 6.800€ σε ατομική βάση. Με βάση επομένως τα στοιχεία, οι 8 στους 10 πολίτες έχουν ημερήσια εισοδήματα που κυμαίνονται από 8 μέχρι το πολύ 18 ευρώ. Οι 8 στους 10 πολίτες !

Αν κανείς πιστέψει το παραπάνω στοιχείο, θα πρέπει να αναρωτηθεί πως συντηρείται η χώρα και η οικονομία, ακόμα και στην κακή κατάσταση που βρίσκεται, όταν πρακτικά το 80% του πληθυσμού διαθέτει ανύπαρκτα ως απειροελάχιστα εισοδήματα που με πολύ προσπάθεια θα έφταναν μόνο και μόνο για τις απολύτως βασικές ανάγκες διαβίωσης. Πως συντηρείται η κατανάλωση, το εμπόριο, οι υπηρεσίες όταν ένα τόσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού κινείται γύρω από το κατώφλι της φτώχειας; Και οι εξηγήσεις μπορεί μόνο δύο να είναι: «Τρώνε από τα έτοιμα» ή «μας δουλεύουν». Συνδυαστικά και τα δύο ισχύουν αλλά προσωπικά – λόγω και της διάρκειας της κρίσης στη χώρα – ποντάρω πολύ περισσότερο στην δεύτερη εξήγηση. Το μέγεθος της φοροδιαφυγής / φοροκλοπής είναι τόσο τεράστιο που οποιοδήποτε στατιστικό εύρημα σχετικό με την οικονομία στη χώρα αυτή, θεωρείται σοβαρά αλλοιωμένο και επομένως χωρίς αξία. Για να επιβεβαιωθεί και η σχετική ατάκα «Υπάρχουν ψέματα, μεγάλα ψέματα και η Στατιστική».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Με τη διαφορά όμως ότι στα στοιχεία αυτά δεν ταιριάζει το χιούμορ. Γιατί καθορίζουν – παρότι μακράν της πραγματικότητας σε μεγάλο βαθμό – την φορολογική επιβάρυνση όλων όσοι δηλώνουν τα εισοδήματα που πραγματικά έχουν, αφού στο τέλος θα πρέπει τα συνολικά έσοδα από φόρους να υπακούσουν στις ανάγκες της χώρας και τις επιταγές των μνημονίων. Και το αποτέλεσμα δεν είναι άλλο από την πλήρη κατάρρευση κάθε λογικής στην φορολογική συμμετοχή όπου δεν υπάρχει πια η έννοια της βαθμιαίας φορολόγησης αλλά αυτή της εκθετικής φορολόγησης όπως δείχνει και το Γράφημα 2 που αποτυπώνει με ακρίβεια το μέσο ετήσιο φόρο ανά κατηγορία εισοδήματος. Όταν λοιπόν πάνω από 3.500.00 νοικοκυριά πληρώνουν από 112€ ετήσιο φόρο, δηλαδή 30λεπτά του ευρώ την ημέρα, θα πρέπει να ζητηθεί από τη μεσαία τάξη των 20.000-50.000€ ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος που έχει περίπου 7-πλάσιο εισόδημα να πληρώνει πάνω από 30-πλάσιο φόρο σε μέσους όρους. Για δε τα υψηλότερα κλιμάκια εισοδήματος, η κατάσταση έχει απλά ξεφύγει από κάθε λογική.

Είναι πιστεύω προφανές ότι το φορολογικό σύστημα απαιτεί βαθιά μεταρρύθμιση η οποία θα προέλθει μόνο όταν αποδώσουν οι τεχνικές αποκάλυψης των πραγματικών εισοδημάτων των πολιτών, αφού ως λαός επιμένουμε σε μεγάλη κλίμακα να επιλέγουμε τη φοροδιαφυγή.

Θετικά μέτρα είναι αυτά της συσχέτισης της χρήσης των τραπεζικών λογαριασμών και των μέσων πληρωμών με τα εισοδήματα όπως και η συσχέτιση των δηλωμένων εισοδημάτων με τα τεκμήρια διαβίωσης που το 2016 αύξησαν τη φορολογητέα ύλη κατά περίπου 7 δισ.€. Με τη διαφορά όμως ότι η κατεύθυνση πρέπει να είναι ισοβαρής σε όλες τις κατηγορίες δηλωμένων εισοδημάτων και όχι όπως συνήθως γίνεται στα υψηλά εισοδήματα. Το μεγάλο πλήθος των φορολογουμένων που «παίζει» γύρω από τα αφορολόγητα όρια και μπορεί να αποκρύπτει εισοδήματα με ευκολία, είναι – όπως δείχνουν τα στοιχεία – η μεγάλη πληγή του συστήματος.

Αν αναλογιστεί κανείς ότι από την 1.1.2017 το ύψος του εισοδήματος καθορίζει και τις ασφαλιστικές εισφορές όλων πια των πολιτών, αντιλαμβάνεται πόσο σημασία έχει η απόσταση μεταξύ δηλούμενου και πραγματικού εισοδήματος και πόσο άδικα το συνδυασμένο σύστημα εισφορών και φορολόγησης λειτουργεί σε βάρος του ειλικρινούς και συνεπούς πολίτη.

Ο Άλμπερτ Αϊνστάϊν έχει πει την περίφημη φράση : «Το πιο δύσκολο πράγμα να καταλάβει κανείς στον κόσμο είναι ο φόρος εισοδήματος». Όντως έτσι είναι, πολύ περισσότερο στην Ελλάδα όπου ο φόρος εισοδήματος παραμένει επί δεκαετίες ένα σύστημα που βασίζεται σε αναληθή στοιχεία και παράγει πολύ μεγάλες αδικίες. Η διαφορά από την εποχή του Αϊνστάϊν είναι ότι σήμερα υπάρχουν όλα τα μέσα στη διάθεση της φορολογικής διοίκησης για να αντιμετωπιστεί η μεγάλη παθογένεια της φοροδιαφυγής. Απομένει μόνο η πολιτική βούληση για να γίνει αυτό πραγματικότητα και να κινηθεί η χώρα προς ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα που δεν θα κάνει πια όσους δεν μπορούν να αποκρύψουν εισοδήματα να θεωρούν τους εαυτούς τους ηλίθιους.