Η διαδικασία για τον νέο κατώτατο μισθό περνά στο τελικό της στάδιο.
Η κυβέρνηση προετοιμάζει την οριστική ρύθμιση που θα τεθεί σε εφαρμογή από τις αρχές Απριλίου 2026.
Η απόφαση αναμένεται να «κλειδώσει» το αμέσως επόμενο διάστημα, σηματοδοτώντας το επόμενο βήμα στον σχεδιασμό για σταδιακή ενίσχυση των χαμηλότερων εισοδημάτων.
Η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας έχει ξεκαθαρίσει ότι το αναπροσαρμοσμένο ποσό θα τεθεί σε ισχύ από τις αρχές Απριλίου, ενταγμένο στον κυβερνητικό σχεδιασμό που προβλέπει κατώτατο μισθό 950 ευρώ έως το 2027.
Οι πληροφορίες από τη διαδικασία διαβούλευσης δείχνουν ότι το επικρατέστερο σενάριο είναι μια αύξηση της τάξης του 4%, δηλαδή περίπου 35 ευρώ. Το ποσοστό αυτό προβάλλεται ως σημείο ισορροπίας, καθώς εκτιμάται ότι μπορεί να ενισχύσει το εισόδημα των εργαζομένων χωρίς να προκαλέσει έντονες πιέσεις στο κόστος εργασίας.
Το εύρος των εισηγήσεων
Στα υπομνήματα που κατατέθηκαν στον Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) καταγράφεται κοινή εκτίμηση ότι υπάρχει περιθώριο αναπροσαρμογής από την 1η Απριλίου 2026. Οι προτάσεις κινούνται σε εύρος από 2,5% έως 5%, με διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς τη δυναμική της οικονομίας.
Το ΙΟΒΕ εισηγείται πιο συγκρατημένη αύξηση, μεταξύ 2,5% και 3,5%, λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό και την εξέλιξη της παραγωγικότητας. Η Τράπεζα της Ελλάδος θεωρεί εφικτή αναπροσαρμογή έως 4%, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα πληγεί η ανταγωνιστικότητα.
Από την πλευρά του, το ΚΕΠΕ τοποθετεί το εύρος μεταξύ 3,5% και 5%, επισημαίνοντας τον κίνδυνο αύξησης του μοναδιαίου κόστους εργασίας σε περίπτωση υψηλότερης αναπροσαρμογής. Το ΙΝΣΕΤΕ εισηγείται αύξηση 4%, που θα διαμορφώσει τον κατώτατο μισθό κοντά στα 915 ευρώ.
Παρότι οι εισηγήσεις έχουν συμβουλευτικό χαρακτήρα, το σενάριο του 4% εμφανίζεται ως το πλέον πιθανό, καθώς συμβαδίζει με τις τρέχουσες μακροοικονομικές συνθήκες και την πορεία της αγοράς εργασίας.
Οι όροι των εργοδοτικών φορέων
Οι εργοδοτικές οργανώσεις αποδέχονται κατ’ αρχήν την ανάγκη αύξησης, θέτουν όμως σαφείς προϋποθέσεις. Ζητούν η αναπροσαρμογή να συνδέεται άμεσα με δείκτες παραγωγικότητας και πληθωρισμού, ώστε να αποφευχθούν στρεβλώσεις.
Παράλληλα, επιμένουν στη μείωση του μη μισθολογικού κόστους, μέσω παρεμβάσεων στις ασφαλιστικές εισφορές, φορολογικών ελαφρύνσεων και μέτρων για την αντιστάθμιση του ενεργειακού κόστους. Η θέση τους εστιάζει στη διατήρηση της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα σε κλάδους με χαμηλά περιθώρια κέρδους.
Η διαφορετική πρόταση της ΓΣΕΕ
Στον αντίποδα, η ΓΣΕΕ εισηγείται σαφώς υψηλότερη αύξηση, με στόχο την προσέγγιση ενός μισθού «αξιοπρεπούς διαβίωσης». Η πρόταση αυτή οδηγεί σε κατώτατο μισθό περίπου 1.052 ευρώ έως το 2027.
Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ εκτιμά ότι σε αντίστοιχα επίπεδα θα πρέπει να διαμορφωθεί ο μισθός αξιοπρεπούς διαβίωσης ήδη από το 2026, υποστηρίζοντας ότι το υφιστάμενο επίπεδο δεν καλύπτει επαρκώς το αυξημένο κόστος στέγασης, ενέργειας και βασικών αγαθών.
Η τελική απόφαση και το στοίχημα της ισορροπίας
Οι προτάσεις συγκεντρώνονται και διαβιβάζονται στο Υπουργείο Εργασίας, με την τελική απόφαση να ανήκει στην κυβέρνηση. Η δέσμευση για κατώτατο μισθό 950 ευρώ έως το 2027 παραμένει ενεργή και αποτελεί βασικό πυλώνα του μεσοπρόθεσμου σχεδιασμού.
Με το βασικό σενάριο να κινείται γύρω από το 4%, η συζήτηση μεταφέρεται πλέον στο κρίσιμο ερώτημα: μπορεί η νέα αύξηση να ενισχύσει ουσιαστικά το διαθέσιμο εισόδημα χωρίς να διαβρώσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας;
Το επόμενο διάστημα θα αποδειχθεί αν η τελική επιλογή θα ισορροπήσει αποτελεσματικά ανάμεσα στις ανάγκες των εργαζομένων και στις αντοχές της παραγωγικής βάσης, σε ένα περιβάλλον όπου η ανάπτυξη παραμένει θετική αλλά οι διεθνείς αβεβαιότητες δεν έχουν εκλείψει.