Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δεν έβγαλαν απλώς μια μικρή ανάκαμψη της Νέας Δημοκρατίας.
Έβγαλαν κυρίως κάτι άλλο: ότι το πολιτικό σκηνικό παραμένει εγκλωβισμένο στο ίδιο έργο που παρακολουθούμε από το 2023. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πέφτει λίγο, πιέζεται, φθείρεται, αλλά στο τέλος ξαναμαζεύει το παιχνίδι και παραμένει ο μόνος που εμφανίζεται με καθαρή εικόνα εξουσίας.
Και απέναντί του; Ένας απίθανος διαγωνισμός αντιμητσοτακισμού.
Το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ, ο Τσίπρας, ο Ανδρουλάκης και όποιος άλλος εμφανιστεί το επόμενο διάστημα, δεν μοιάζουν να παλεύουν για το ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα. Μοιάζουν να παλεύουν για το ποιος θα βγει δεύτερος. Και αυτό είναι τεράστια διαφορά.
Το πολιτικό παράδοξο είναι ότι όλοι μιλούν για «προοδευτική συνεργασία», ενώ στην πραγματικότητα αλληλοϋπονομεύονται καθημερινά. Ο ένας καρφώνει τον άλλον, ο ένας υποψιάζεται τον άλλον και όλοι μαζί προσπαθούν να αποδείξουν ποιος είναι πιο σκληρός απέναντι στον Μητσοτάκη.
Αυτό όμως δεν είναι πρόταση εξουσίας. Είναι πολιτική διαμαρτυρίας.
Και οι πολίτες, ειδικά όταν νιώθουν ανασφάλεια λόγω ακρίβειας, γεωπολιτικής έντασης και οικονομικής αβεβαιότητας, συνήθως επιλέγουν εκείνον που θεωρούν ότι μπορεί να κυβερνήσει, όχι εκείνον που φωνάζει περισσότερο.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο πλεονέκτημα της ΝΔ. Όχι επειδή δεν έχει φθορά. Έχει και μεγάλη μάλιστα μετά από οκτώ χρόνια διακυβέρνησης. Αλλά επειδή απέναντί της δεν υπάρχει ακόμη κανένα πειστικό κυβερνητικό αφήγημα.
Αν δεν αλλάξει κάτι δραματικά μέχρι τις εκλογές, το πιθανότερο είναι να δούμε επανάληψη του ίδιου έργου: μια Νέα Δημοκρατία που θα κυνηγά ποσοστά αυτοδυναμίας και μια αντιπολίτευση που θα τσακώνεται για το ποιος θα χάσει… λιγότερο.