Χθες το βράδυ, έγινα ωτακούστρια σε σχόλιο για το τραγικό συμβάν των αυτοκτονιών των κοριτσιών που είδε το φως της δημοσιότητας: “οι άνθρωποι πέφτουν από τα μπαλκόνια σαν να είναι κάποιου είδους trend”.
Αυτή η αυτονόητη απορία που βγήκε από τα χείλη κάποιου ατόμου, αποτελεί στην πραγματικότητα ένα να από τα πιο συζητημένα κεφάλαια του βιβλίου Night Falls Fast: Understanding Suicide της κλινικής ψυχολόγου Kay Redfield Jamison καιαφορά σε αυτό που ονομάζεται «μολυσματικότητα» της αυτοκτονίας. Το 1999, η ψυχολόγος κυκλοφόρησε μια ενδελεχή – από επιστημονική, ιστορική και προσωπική σκοπιά – ανάλυση της αυτοκτονίας αλλά αυτό που έμεινε στο μυαλό μας είναι πρωτίστως η παρατήρηση ότι η αυτοκτονία μπορεί να «εξαπλωθεί» σαν ψυχολογική επιδημία: ότι είναι δηλαδή “κολλητική”.
Η ιδέα δεν είναι καινούργια. Το 1774, ο Γκαίτε δημοσίευσε Τα Πάθη του Νεαρού Βέρθερου, ένα μυθιστόρημα στο οποίο ο ήρωας αυτοκτονεί από απελπισία για τον χωρίς-αντίκρυσμα έρωτα του. Στους μήνες που ακολούθησαν, καταγράφηκε κύμα αυτοκτονιών νέων ανδρών σε ολόκληρη την Ευρώπη, πολλοί από τους οποίους βρέθηκαν να κρατούν αντίτυπο του βιβλίου. Η επιστήμη ονομάτισε αυτό το φαινόμενο ως «Φαινόμενο Werther»: την αύξηση αυτοκτονιών που ακολουθεί την προβολή ή δημοσιοποίηση μιας αυτοκτονίας. Ίσως γι’αυτό ακριβώς τον λόγο, μετά το εγχώριο συμβάν, κυκλοφόρησε στα media πλήθος μηνυμάτων που προειδοποιούσε για την κοινοποίηση μέρους ή όλου του μηνύματος που άφησαν πίσω τους τα κορίτσια, από φόβο μιμητισμού αλλά και “ενθάρρυνσης” άλλων ευάλωτων ανθρώπων σε παρόμοιες πράξεις.
Η ίδια η Jamison παρουσίασε εκτενείς επιδημιολογικές μελέτες που επιβεβαιώνουν αυτό το μοτίβο. Μετά από δημοσιεύσεις αυτοκτονιών διασημοτήτων στα ΜΜΕ, η έρευνα καταγράφει στατιστικά σημαντική αύξηση αυτοκτονιών, ιδιαίτερα σε άτομα παρόμοιας ηλικίας ή φύλου με τον αποθανόντα. Η συγγραφέας δεν υποστηρίζει ότι η αυτοκτονία μεταδίδεται όπως ένας ιός. Αναλύει ωστόσο μηχανισμούς ψυχολογικής μεταφοράς: η έκθεση στην αυτοκτονία άλλου, μπορεί να κανονικοποιήσει την πράξη, να προσφέρει ένα «σενάριο» σε άτομα ήδη σε κρίση ή να δημιουργήσει αίσθηση ταύτισης με το θύμα. Ιδιαίτερα ευάλωτα είναι τα άτομα που ήδη πάσχουν από κατάθλιψη, διπολική διαταραχή ή άλλες ψυχικές παθήσεις. Επιπλέον, ένα κρίσιμο στοιχείο είναι η “μόλυνση” εντός ομάδων: σε σχολεία, στρατό ή κλειστές κοινότητες, η αυτοκτονία ενός μέλους μπορεί να πυροδοτήσει αλυσιδωτές απώλειες.
Η Ευθύνη των Μέσων Ενημέρωσης
Ένα σημαντικό μέρος της δημόσιας συζήτησης γύρω από την αυτοκτονία πρέπει να αφιερωθεί στον τρόπο που τα ΜΜΕ καλύπτουν αυτοκτονίες. Η λεπτομερής αναφορά στη μέθοδο, η εξιδανίκευση ή η ρομαντικοποίηση της πράξης αυξάνουν τον κίνδυνο μίμησης. Αντίθετα, η υπεύθυνη αναφορά, αυτή που εστιάζει στα σημάδια κινδύνου, στους πόρους βοήθειας και στον αντίκτυπο στους επιζώντες, μπορεί να λειτουργήσει ενδυναμωτικά για τις κοινότητες. Αυτές οι αρχές αποτέλεσαν τη βάση για τις κατευθυντήριες γραμμές που σήμερα χρησιμοποιούν δημοσιογράφοι παγκοσμίως αλλά υπάρχει δρόμος προτού οι απόπειρες αυτοκτονίας σταματήσουν να αντιμετωπίζονται με δημοσιογραφία κλειδαρότρυπας.
Η Ζωή δεν διδάσκεται ως Αντίσταση
Υπάρχει μια διάσταση που συχνά παραβλέπεται: η επιλογή να ζήσεις μπορεί να είναι η πιο επαναστατική πράξη σε έναν κόσμο που σε πιέζει να παραιτηθείς ή που έχει σταματήσει να ενδιαφέρεται για το περιβάλλον του. Αυτή όμως η επαναστατική πράξη δεν διδάσκεται στα σχολεία και, άλλωστε, η πραγματικότητα της αυτοκτονικής κρίσης δεν είναι ακαδημαϊκή, είναι η απόσταση ανάμεσα σε έναν άνθρωπο που σκέφτεται και έναν άνθρωπο που πονά. Η ψυχολογία μάς λέει ότι στο πιο βαθύ σκοτάδι μας (κατάθλιψη) ο εγκέφαλος αδυνατεί να φανταστεί ότι η κατάσταση μπορεί να αλλάξει και η απελπισία δεν είναι επιλογή, είναι σύμπτωμα. Ταυτόχρονα, η κοινωνιολογία — από τον Émile Durkheim που μελέτησε την αυτοκτονία ως κοινωνικό φαινόμενο το 1897 μέχρι τις σύγχρονες έρευνες για τη «μάστιγα της απομόνωσης» — μας υπενθυμίζει ότι κανείς δεν φτάνει σε αυτό το σημείο μόνος του: η οικονομική ανισότητα, η κοινωνική αποσύνδεση και η έλλειψη δικτύων υποστήριξης είναι εξίσου καθοριστικοί παράγοντες με τη βιολογία. Το ερώτημα «γιατί να ζω» σπάνια είναι φιλοσοφικό. Σχεδόν πάντα είναι προσωπικό και κοινωνικό.
Ο ψυχολόγος Edwin Shneidman, ένας από τους πρωτοπόρους της «σουισιδολογίας» (suicidology), της επιστήμης που μελετά την αυτοκτονία, εισήγαγε την έννοια του psychache: ένα είδος ψυχικού πόνου τόσο έντονου που ο άνθρωπος δεν επιδιώκει τον θάνατο αυθαίρετα, αλλά επιδιώκει τη διακοπή του πόνου. Η αυτοκτονία, από αυτή τη σκοπιά, δεν είναι επιθυμία για το τέλος, είναι απελπισμένη αναζήτηση ανακούφισης. Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη: αλλάζει τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την κρίση, επειδή ο πόνος, σε αντίθεση με τον θάνατο, μπορεί να αντιμετωπιστεί. Και επειδή ο πόνος μπορεί να γίνει ορατός, προειδοποιητικός και να δώσει έγκαιρα σημάδια, αρκεί να είμαστε δεκτικοί και ανοιχτοί να τα δούμε και να τα ακούσουμε.
Η Ελλάδα Μπροστά στον Καθρέφτη
Η φιλοσοφία και η ψυχολογία όμως σταματούν να είναι αφηρημένες και απρόσωπες όταν δύο 17χρονα κορίτσια πέφτουν μαζί από ταράτσα στην Ηλιούπολη. Το περιστατικό που συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία τις τελευταίες μέρες είναι η ορατή κορυφή ενός παγόβουνου που η ΚΛΙΜΑΚΑ καταγράφει με αριθμούς: μέσα στους πρώτους μήνες του 2026 έχουν ήδη καταγραφεί 8 αυτοκτονίες εφήβων ηλικίας 15-19 ετών, αριθμός που ξεπερνά το σύνολο πολλών προηγούμενων ετών. Το «Χαμόγελο του Παιδιού» αναφέρει ότι διαχειρίστηκε 764 περιστατικά αυτοκτονικότητας σε ένα χρόνο με ιδιαίτερα ανησυχητική υπερεκπροσώπηση των κοριτσιών 13-15 ετών, που αγγίζει το 33,5% των περιστατικών. Τα στοιχεία αυτά δεν είναι απλώς στατιστική. Είναι η απόδειξη ότι κάτι στον τρόπο που μεγαλώνουμε, εκπαιδεύουμε και υποστηρίζουμε τα παιδιά μας έχει σπάσει ή ότι δεν υπήρξε ποτέ. Και το ερώτημα για την αξία της ζωής δεν το θέτουν σήμερα φιλόσοφοι αλλά τα έφηβα παιδιά σε ταράτσες της Αθήνας: θα τα ακούσουμε προτού είναι αργά;