Πρόσφυγες, μετανάστες, άσυλο και «σύνορα της Ευρώπης»

Βενιεράτος Διονύσης

Πρόσφυγες, μετανάστες, άσυλο και «σύνορα της Ευρώπης», ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα, τηλεοραση, live tv, live streaming, web tv

Το «προσφυγικό – μεταναστευτικό» πρόβλημα έχει μπει πλέον στην πιο κρίσιμη φάση του.

 Τόσο γιατί ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν για τους δικούς του γεωπολιτικούς λόγους το κατέστησε απροκάλυπτα πλέον «εισβολικό», αλλά και επειδή τώρα πλέον «τα ψέματα τελείωσαν» και πρέπει να βρεθούν άλλες λύσεις από αυτές που είχαν δοκιμαστεί έως τώρα και είχαν όλες αποτύχει.

Οι λύσεις αυτές θα πρέπει να έχουν χαρακτήρα μόνιμο και μακροπρόθεσμο μιας και το λαθρομεταναστευτικό ζήτημα έχει βαθιές ρίζες και δεν πρόκειται να λυθεί σύντομα και από μόνο του.

Υπό αυτή την έννοια, όποιες σκέψεις συνεισφέρουν στην καλύτερη κατανόησή του, θα αποτελούν πολύτιμα εργαλεία για την εξεύρεση της βέλτιστης (ή λιγότερο κακής αν προτιμάτε) λύσης.

Ει μη τι άλλο, μπορεί να βοηθήσουν στο να αποφεύγουμε άχρηστες διενέξεις μεταξύ μας.

Περί προσφύγων και δικαιωμάτων χορήγησης ασύλου

Επειδή γίνεται αρκετή κουβέντα για το ποιοι είναι «πρόσφυγες», ποιοι είναι μετανάστες, ποιοι δικαιούνται ασύλου, ποιοι όχι κλπ, καλό θα ήταν να ξεκαθαρίσουν ευθύς εξαρχής ορισμένες έννοιες:

Πρόσφυγες είναι μόνο αυτοί που κινδυνεύουν είτε από τις επιπτώσεις ενός πολέμου, είτε από διώξεις ενός αυταρχικού καθεστώτος.
Μετανάστες είναι αυτοί που επιθυμούν να αλλάξουν τόπο μόνιμης διαμονής, εργασίας και κατοικίας για άλλους (κυρίως οικονομικούς) λόγους. Αυτοί μπορούν πράγματι να μετεγκατασταθούν υπό την προϋπόθεση ότι έχουν υποβάλει σχετικό αίτημα στα κατά τόπους προξενεία της χώρας, στην οποία θέλουν να μεταναστεύσουν, και αυτό έχει γίνει αποδεκτό.
Εναλλακτικώς υπάρχει άδεια εισόδου, διέλευσης, διαμονής ορισμένου χρόνου. Η προσπάθεια εισόδου χωρίς άδεια είναι εξ ορισμού παράνομη και πρέπει να αντιμετωπίζεται αναλόγως.

Χορήγηση ασύλου προβλέπεται μόνο για τους πρόσφυγες εφόσον αυτοί αποδείξουν ότι έχουν τις προϋποθέσεις. Μια από αυτές είναι να έχουν έρθει κατευθείαν από τη χώρα όπου κινδυνεύουν. Μια άλλη (υποθέτω ευλόγως ότι) είναι να φέρουν γνήσια πιστοποιητικά ή αποδεικτικά της ταυτότητάς τους, ή να μπορούν να τα προσκομίσουν σε εύλογο χρονικό διάστημα.

Αυτό αποκλείει στην ουσία όλους αυτούς που καταφθάνουν μέσω Τουρκίας, γιατί η Τουρκία δεν μπορεί να θεωρηθεί «μη ασφαλής χώρα». Μόνο αυτοί που διώκονται από το ίδιο το (αυταρχικό) καθεστώς Ερντογάν θα μπορούσαν πρακτικά να ζητήσουν άσυλο (το οποίο και προσέφερε η Ελλάδα στο πρόσφατο παρελθόν), δηλαδή μόνο Τούρκοι υπήκοοι με γνήσια χαρτιά, ή που θα μπορούν να αποδείξουν την πραγματική ταυτότητά τους.

Όλοι οι άλλοι (ακόμα και Σύροι πρόσφυγες πολέμου που όμως έρχονται μέσω Τουρκίας) αποκλείονται a priori από τις διαδικασίες χορηγήσεως ασύλου και δεν υπάρχει κανένας λόγος να εξετάζουμε το αίτημά τους μιας και αυτό δεν είναι προς το συμφέρον κανενός.
Σύροι πρόσφυγες μπορούν φυσικά να έρθουν στην Ελλάδα ακόμα και μέσω Τουρκίας με τη διαδικασία όμως της νόμιμης μετανάστευσης αφού προηγουμένως θα έχουν υποβάλει σχετικό αίτημα στα προξενεία μας που βρίσκονται στην Τουρκία και αυτό θα έχει γίνει αποδεκτό σε εύλογο χρονικό διάστημα, καθόσον θα έχει ληφθεί σοβαρά υπόψιν η ιδιαιτερότητα των υποψηφίων μεταναστών της κατηγορίας αυτής.

Φυσικά και αυτονόητα οι ίδιοι Σύροι πρόσφυγες μπορούν να κατευθυνθούν ως νόμιμοι μετανάστες σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης ή το υπολοίπου κόσμου και μάλιστα με πλήρη ασφάλεια, πολιτισμένα, φθηνά (!) (αφού δεν χρειάζεται να έχουν χρυσοπληρώσει διακινητές) και … αεροπορικώς !!

Πιστεύω ότι θα προσέφερε μεγάλη υπηρεσία στο πρόβλημα λαθρομετανάστευσης που αντιμετωπίζει η χώρα μας μια έγκαιρη και προς πάσα κατεύθυνση αποσαφήνιση της δυνατότητας χορηγήσεως ασύλου που να είναι μεν συμβατή με τις διεθνείς συνθήκες (τις οποίες έχουμε υπογράψει ως χώρα), αλλά θα αποκλείει σαφώς όλες τις περιπτώσεις λαθρομετανάστευσης ή καταφυγής στην Ελλάδα προσφύγων που δεν προέρχονται απευθείας από εμπόλεμες ζώνες αλλά από τρίτες χώρες, όπως η Τουρκία.

Περί «ανοιχτών συνόρων»(και η «αμηχανία» του ΣΥΡΙΖΑ)

Η νεολαία του Σύριζα μαζί με κάποια στελέχη ζητούν «το άνοιγμα των συνόρων», δηλαδή στη ουσία την κατάργησή τους.

Μετέχουν μάλιστα και σε κοινά συλλαλητήρια και θορυβώδεις πορείες με όλους όσοι έχουν παρόμοιες απόψεις, του τύπου «μπορούμε να ζήσουμε με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες».


Εδώ θα πρέπει να γίνουν κάποιες διευκρινίσεις:
Το ζήτημα δεν είναι αν μπορούμε να ζήσουμε με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, γιατί ήδη ζούμε με καμπόσους από αυτούς και μάλιστα με κάποιους συνυπάρχουμε και συνεργαζόμαστε μια χαρά.
- Το ζήτημα (όπως τα περισσότερα) είναι ποσοτικό: Με πόσους απ’ αυτούς μπορούμε να ζούμε αρμονικά και προς αμοιβαίο όφελος;
Με 50.000; Με 500.000; Με 5.000.000; Με 50.000.000;
- Είναι όμως και ποιοτικό: Μπορούμε να συνυπάρχουμε με μετανάστες κατάδικους του κοινού ποινικού δικαίου, ή με τζιχαντιστές που θα θελήσουν να μας εξοντώσουν ως «απίστους» σε μια προσπάθεια επιβολής του ισλάμ στη χώρα μας;

 Άρα λοιπόν το ζήτημα δεν είναι μόνο το «αν μπορούμε», αλλά και το «αν θέλουμε» να ζήσουμε μαζί τους, υπό ποιες προϋποθέσεις και με ποια κριτήρια. Και αυτό δεν είναι τρόπος του λέγειν, ούτε ιδιομορφία, ούτε ξενοφοβία, ούτε καπρίτσιο. Είναι ζήτημα δικής μας ελευθερίας. Να ζήσουμε λοιπόν μαζί τους, όχι μόνο γιατί το θέλουν οι ίδιοι ή γιατί έτσι βολεύει τον Ερντογάν, αλλά γιατί το θέλουμε ΚΑΙ εμείς.

 Και ο μόνος τρόπος να διαπιστωθεί για πόσους και για ποιους το θέλουμε εμείς, είναι η ύπαρξη συνόρων, με τη βοήθεια των οποίων όσοι θέλουν να εισέλθουν στη χώρα μας θα έχουν κάνει από πριν τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να τους αφήσουν οι φύλακες των συνόρων να περάσουν στη χώρα. Αλλά μόνο από εκεί όπου υπάρχουν φύλακες, δηλαδή από τις νόμιμες εισόδους της χώρας.

Δηλαδή να κάνουν ό,τι ακριβώς θα κάναμε και εμείς προκειμένου να εισέλθουμε στη δική τους χώρα. Γιατί δε νομίζω ότι το Αφγανιστάν και το Πακιστάν έχουν υιοθετήσει «πολιτική ανοιχτών συνόρων».

Γιατί «πολιτική ανοιχτών συνόρων» σημαίνει κατάργηση των συνόρων, το οποίο με τη σειρά του σημαίνει κατάργηση της εθνικής κυριαρχίας επί της χώρας δηλαδή στην ουσία κατάργηση της ίδιας της χώρας και ημών των ιδίων ως πολιτών της με καθήκοντα και δικαιώματα.

 Όλα τα υπόλοιπα που λέγονται από τη μεριά κάποιων από τον ΣΥΡΙΖΑ και της νεολαίας του, ότι δηλαδή «οι πρόσφυγες δικαιούνται της προστασίας που το διεθνές δίκαιο επιβάλλει και η ελληνική κυβέρνηση δεν νομιμοποιείται να μην εφαρμόζει» είναι ουρανομήκεις ανοησίες, γιατί το διεθνές δίκαιο ορίζει πολύ καλά τι είναι πρόσφυγας πολέμου (ουδείς από αυτούς που τώρα επιδιώκουν να περάσουν «με το έτσι θέλω») και πότε αυτός δικαιούται προστασίας και ποιάς ακριβώς προστασίας. Γιατί άλλο είναι η προστασία της ζωής του από άμεσο κίνδυνο και άλλο η άδεια εγκατάστασης και παραμονής του επ’ αόριστον στη χώρα μας.

Για να είμαστε δίκαιοι, οι γελοίες αυτές απόψεις δεν υιοθετήθηκαν (ευτυχώς) από τον επίσημο ΣΥΡΙΖΑ και τον πρόεδρό του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος τάχθηκε τελικά υπέρ του κλεισίματος των συνόρων εν όψει της ανθελληνικής και εκβιαστικής τουρκικής πολιτικής.

Η ολοφάνερη διάσταση απόψεων στο εσωτερικό του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι συνηθισμένη σε κόμματα «αριστερής» ιδεολογίας, όταν αυτά έχουν καταστεί κόμματα εξουσίας και αντανακλά τη διαπάλη ανάμεσα σε ουτοπικές ιδεοληψίες και την αδήριτη πραγματικότητα που χαρακτηρίζει όλα τα αντίστοιχα πολιτικά μορφώματα.

Η «αμηχανία» που προκύπτει για τον ΣΥΡΙΖΑ και τους «αριστερούς» γενικώς θα μας άφηνε εντελώς αδιάφορους αν δεν είχε ως πρακτική επίπτωση την αντίστοιχη αμηχανία στο χειρισμό του όλου λαθρομεταναστευτικού προβλήματος που αντιμετωπίζει η χώρα τα τελευταία χρόνια.

Κατά τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν, τα μεν χερσαία και υδάτινα σύνορα του Έβρου παρέμεναν στοιχειωδώς ελεγχόμενα, χωρίς όμως αυτό να ισχύει στο ελάχιστο για τα θαλάσσια, μέσω των οποίων δεκάδες χιλιάδες λαθρομετανάστες κατέφθαναν στην Ελλάδα καταλήγοντας σε «δομές» ντροπής και απελπισίας (για όλους!) όπως η Μόρια της Λέσβου.

Αντίστοιχη αμηχανία επεκράτησε όλα αυτά τα χρόνια απέναντι στις περιβόητες ΜΚΟ «για τους πρόσφυγες» και τις ανεξέλεγκτες σκοτεινές διασυνδέσεις τους με τους διακινητές των απέναντι ακτών. 

… … …

Όχι πως και η τωρινή κυβέρνηση τα έκανε όλα σωστά έως τώρα…

Όχι μόνο έρχονταν όσοι ήθελαν με τα φουσκωτά (εκτός αν πνίγονταν κατά την πορεία… δυστυχώς…), αλλά και αφού έφθαναν έως τα νησιά μας, δεν ήξερε καλά καλά ούτε πού να τους οδηγήσει ούτε πώς να τους αντιμετωπίσει.

Σα να… «αιφνιδιάστηκε» (… η καημένη…) για ένα πρόβλημα γνωστό από χρόνια, για το οποίο θα έπρεπε να έχει καταλήξει σε συγκεκριμένες και διαχρονικά αποτελεσματικές λύσεις.  

Τέλος πάντων…

Για να μην είμαστε γκρινιάρηδες και μικρόψυχοι της αναγνωρίζουμε τη θετική της στάση στις πρόσφατες εξελίξεις και ευχόμαστε όλοι να εξακολουθήσει να φυλάει αποτελεσματικά τόσο τα χερσαία όσο και τα θαλάσσια σύνορα.

Παράλληλα όμως θα πρέπει να εκπονήσει ένα ρεαλιστικό, πειστικό, αποδεκτό και αποτελεσματικό σχέδιο για τις δεκάδες χιλιάδες των λαθρομεταναστών που ήδη υπάρχουν στη χώρα, το οποίο επιπλέον θα αποθαρρύνει όλους τους υποψήφιους μελλοντικούς λαθρομετανάστες να κάνουν τα ίδια.

Και κάτι τέτοιο δεν έχουμε δει ακόμα. 

Έμπρακτη (στρατιωτική) βοήθεια στη φύλαξη των «συνόρων της Ευρώπης»

Η παρουσία στον Έβρο των τριών υψηλών αξιωματούχων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι δηλώσεις συμπαράστασης και στήριξης της Ελλάδας υπήρξε προφανώς ένα καλό και ενθαρρυντικό νέο.
Ωστόσο, η επιτυχής απόκρουση του πρώτου κύματος λαθροεισβολέων (για την οποία όλοι εκφράζουμε την ικανοποίησή μας) δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια προσωρινή επιτυχία, η οποία θα γίνει μόνιμη και οριστική μόνο όταν αποχωρήσουν όλοι οι μετανάστες από την περιοχή.
Είναι όμως βέβαιο ότι οι Τούρκοι και ο παρανοϊκός – εντελώς απρόβλεπτος πρόεδρός τους δεν πρόκειται να το βάλουν κάτω έτσι εύκολα, ενώ υπάρχει κίνδυνος να επινοήσουν άλλες μεθόδους προκειμένου να προωθήσουν τα σχέδιά τους.

Έτσι, θα ήταν πολύ χρήσιμο τόσο από πρακτική, όσο και από σημειολογική άποψη, οι Ευρωπαίοι εταίροι μας πέραν της οικονομικής βοήθειας να αποστείλουν και στρατιώτες.
Για παράδειγμα, ένα τάγμα από κάθε ευρωπαϊκή χώρα θα ήταν ό,τι πρέπει.
Αυτό δεν είναι κάτι πρωτοφανές μιάς και ανάλογες κινήσεις είχαν γίνει κατά τη διάρκεια του φονικού πολέμου της Βοσνίας (1992-1995) από ευρωπαϊκές (και άλλες) δυνάμεις.
Η τωρινή κατάσταση είναι πολύ πιο ευνοϊκή από ό,τι ήταν τότε για τους εξής λόγους:
1) Τότε επρόκειτο για πόλεμο, τώρα προς το παρόν τουλάχιστον, όχι. Αντίθετα η παρουσία των δυνάμεων αυτών θα αποτρέψει κάθε ενδεχόμενο κλιμάκωσης.
2) Τώρα πρόκειται για σύνορα της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία η ίδια έχει κάθε έννομο συμφέρον έως και υποχρέωση να φυλάσσει. Η τότε εμπλοκή άλλων δυνάμεων δεν είχε αυτό το χαρακτήρα.
3) Είναι τώρα μοναδική ευκαιρία να δώσει η Ε.Ε. μια συγκροτημένη, αποφασιστική και οριστική απάντηση για το πώς θα αντιμετωπίσει ένα χρόνιο και σημαντικό πρόβλημα, όπως είναι το λαθρομεταναστευτικό, το οποίο δεν προβλέπεται να λήξει από μόνο του τα προσεχή χρόνια.

Συμπέρασμα

Το άρθρο αυτό δεν φιλοδοξεί φυσικά να λύσει ένα οξύ, διαχρονικό και με βαθιές ρίζες πρόβλημα όπως το μεταναστευτικό – προσφυγικό.

Κάθε άλλο μάλιστα τη στιγμή που πιστεύουμε ότι πρόκειται για δύσκολο ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπισθεί με αντικειμενικότητα, υπευθυνότητα και με επιστημονική – κοινωνιολογική – ιστορική προσέγγιση από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και σε βάθος χρόνου.

Το μόνο που επιδιώξαμε εδώ ήταν η διευκρίνιση κάποιων εννοιών και κάποιων αυτονοήτων αρχών, έτσι ώστε να μπορούμε καταρχήν να συνεννοηθούμε και να ανταλάσσουμε επιχειρήματα αντί για υποτιμητικούς έως υβριστικούς χαρακτηρισμούς

Κλείνοντας επισημαίνω ότι κανείς (εκτός από ακραίες ψυχιατρικές περιπτώσεις) δεν θέλει το κακό κανενός και όλοι λυπόμαστε για τους ανθρώπους αυτούς που επιλέγουν (ή εξαναγκάζονται) να μεταναστεύουν και να ταπεινώνονται αναζητώντας μια καλύτερη ή έστω υποφερτή ζωή.

Ωστόσο, οι όποιες επιλογές εκείνων δεν πρέπει να υπονομεύουν το δικαίωμα κάποιων άλλων να βελτιώσουν και εκείνοι τη δική τους ζωή, ή τουλάχιστον να μην την αφήσουν να υποβαθμίζεται χωρίς να ευθύνονται στο ελάχιστο.

Γιατί, όπως η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη είναι χαρακτηριστικά του φυσιολογικού – κοινωνικού ανθρώπου, το ίδιο σημαντική για την ανθρώπινη υπόσταση είναι και η έννοια της δικαιοσύνης, την οποία ποτέ δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε.