Εκλογές και προσλήψεις: Τι ‘χες Γιάννη, τι ’χα πάντα;

17 λεπτά ανάγνωση
7 Ιουλίου 2026

Αμφίλογη εικόνα: Από τη μια, η ένδεια του ελληνικού Δημοσίου σε εξειδικευμένα στελέχη: Γιατροί, μηχανικοί, δάσκαλοι, νομικοί αποστρέφουν το πρόσωπό τους από το Δημόσιο.

Οι προκηρύξεις καταλήγουν σε ελάχιστους που αποδέχονται τον διορισμό τους και οι οποίοι, σαφώς υπολείπονται του αριθμού που πρέπει να καλυφθεί. Aπό την άλλη, ο διαγκωνισμός των υποψήφιων δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης να καταλάβουν μια από τις χιλιάδες θέσεις που ανοίγονται αυτή την περίοδο.

Δύο, ίσης βαρύτητας λόγοι, έχουν οδηγήσει σ’ αυτό το αποτέλεσμα: Ο πρώτος είναι η βασιλεύουσα αναξιοκρατία. Χωρίς την αξιοκρατική εκτίμηση της εργασίας, είναι αδύνατος ο σχεδιασμός μιας καριέρας που να μπορεί να προκαλέσει, ιδίως, τους νέους εκείνους που θέλουν να δημιουργήσουν, να ξεχωρίσουν, να διακριθούν και να προσφέρουν.

Η διαρκώς εξαγγελόμενη και μονίμως αναβαλλόμενη- ιδίως, ως προς τις συνέπειές της- αξιολόγηση δεν επέφερε την προσδοκώμενη αλλαγή Παραδείγματος.

Τούτο ήταν, ωστόσο, αναμενόμενο, αφού το περιβάλλον εντός του οποίου εκλήθη η αξιολόγηση να αποδώσει καρπούς, εξακολουθεί να είναι ανορθολογικό και πελατειακό, εκτεθειμένο σε αντι-μεταρρυθμιστικές πιέσεις (βλ. αντί άλλων, τον ανύπαρκτο στρατηγικό σχεδιασμό του «επιτελικού κράτους» και τον μηδέποτε γενόμενο απολογισμό μέτρων και προγραμμάτων που έχουν εξαγγελθεί πομποδώς).

Σήμερα, τόσο η αξιολόγηση όσο και οι συνδεδεμένες μ’ αυτήν μεταρρυθμίσεις των περιγραμμάτων θέσεων και του μπόνους παραγωγικότητας έχουν προστεθεί στο χαρτοβασίλειο της ελληνικής γραφειοκρατίας, αφήνοντας άθικτη την αναξιοκρατία, περί της οποίας ο λόγος.

Ο δεύτερος λόγος απαξίωσης του Δημοσίου για τους υποψήφιους πανεπιστημιακής εκπαίδευσης είναι ο γλίσχρος μισθός. Οι εισαγωγικοί μισθοί κυμαίνονται γύρω στα 900 ευρώ και οι προοπτικές να γίνουν λίγο πιο υποφερτοί χάνονται στο απώτατο μέλλον (σε αντίθεση με τους μισθούς των πραιτωριανών-μετακλητών που, συγκρινόμενοι με τους δικούς τους είναι, σκανδαλωδώς, μεγαλύτεροι).
Πολλοί, εκ του πρεκαριάτου, επιλέγουν ν’ απασχοληθούν περιστασιακά, μέσω συμβάσεων, με κάποια πρότζεκτ που χρηματοδοτούνται από κοινοτικούς πόρους- μια απασχόληση παράλληλη με κάποια άλλη, αλλά- σε κάθε περίπτωση- κάτι προσωρινό που δεν καλύπτει τις «πάγιες και διαρκείς» ανάγκες του Δημοσίου σε προωπικό.

Ο ιδιωτικός τομέας παρά τις στρεβλώσεις και τις ανορθογραφίες του μπορεί να προσφέρει ένα όραμα καριέρας και, υπό την έννοια αυτή, είναι περισσότερο ελκυστικός από τον δημόσιο.

Από την άλλη, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη η εμμονή της κυβέρνησης να συντηρεί το Δημόσιο ως αποθήκη φθηνού εργατικού δυναμικού, σε συνδυασμό με την πιστή αντιγραφή πολιτικών και υπουργικών συμπεριφορών που συντηρούν και επαυξάνουν τον πελατειασμό στην παλαιότερη ή τη νεότερη εκδοχή του.

Σ΄ αυτή την κατηγορία ανήκουν και οι χιλιάδες προσλήψεις των μη πτυχιούχων (ΔΕ/ΥΕ). Από εκείνες που θα διενεργηθούν στο εγγύς μέλλον αναφέρουμε τις 2.500 μόνιμες προσλήψεις για αποφοίτους Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και τις 3.000 για αποφοίτους Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ). Ποιες ανάγκες θα καλύψουν αυτές οι χιλιάδες προσλήψεις; Το γεγονός αυτό, πάντως, παραπέμπει σε μια διοίκηση που προσελκύει ενδιαφερόμενους με χαμηλά προσόντα και χρησιμοποιείται ως σημαία ευκαιρίας για μια απαξιωμένη και κακοπληρωμένη εργασία.

Εάν, μάλιστα, συνδυάσουμε την προσέλκυση υποψηφίων με χαμηλά προσόντα με τις αναγγελίες υπουργών ότι οι ίδιοι μπορούν να «εγγυηθούν» την αντικειμενικότητα της διαδικασίας πρόσληψής τους, τότε συμπληρώνεται η εικόνα μιας πελατειακής δημόσιας διοίκησης vis a vis στη μεταρρυθμιστική εικόνα της που φιλοτέχνησαν- όντως, με κόπο- κάποια κυβερνητικά στελέχη.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι μαζί με τις μεταρρυθμιστικές απόπειρες συνυπάρχουν παλαιά εργαλεία και μέθοδοι που κινούνται σε διαφορετική κατεύθυνση.

Από τη μια, προσπαθούμε να ενσωματώσουμε κατηγορίες δεξιοτήτων στις προσλήψεις και τις κρίσεις εντός του Δημοσίου και, από την άλλη, εξακολουθούμε να ομνύουμε στην μοριοδότηση. Εξακολουθούμε να προσλαμβάνουμε υπαλλήλους με βάση τις λεγόμενες «προκηρύξεις Κ» που δεν στηρίζονται στην ικανότητα και την αξιοσύνη του υποψήφιων, αλλά στην προηγούμενη μοριοδότηση γνώσεων και κοινωνικής κατάστασης. Είναι η αντικειμενικοποίηση μιας διαδικασίας πρόσληψης στην οποία σημασία έχουν τα κριτήρια αυτά καθαυτά και όχι η ικανότητα και η δεξιότητα του υποψηφίου να ανταποκριθεί σε μια συγκεκριμένη δουλειά.

Οι «προσλήψεις Κ» θεωρήθηκαν σε άλλα στάδια ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και διοίκησης ως πρόοδος έναντι των προηγούμενων συστημάτων το οποία άφηναν περιθώρια για ρουσφετολογικές προσλήψεις.

Σήμερα, υποτίθεται ότι βρισκόμαστε σε μια φάση που έχουμε ανάγκη όχι μόνο από το κατάλληλο προσωπικό αλλά και από συγκεκριμένα επιτεύγματα τα οποία, όμως, άνευ ενός καλά εκπαιδευμένου και στοχοπροσηλωμένου ανθρώπινου δυναμικού δεν θα μπορέσουμε να παρακολουθήσουμε ούτε, βεβαίως, να δημιουργήσουμε.

Όταν, όμως, βλέπουμε ότι, πλησιάζοντας προς τις εκλογές, επαναλαμβάνονται «πάγιες παθογένειες» του ελληνικού κράτους, τότε η παροιμία «τι ‘χες Γιάννη, τι ‘χα πάντα» εμπεριέχει εκτός από τη σοφία της και τον ανάλογο -αναγκαίο;- σαρκασμό των ακολουθούμενων πολιτικών.

Άφησε ένα σχόλιο

Your email address will not be published.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Interview: Στο 30,1% η ΝΔ – Τρίτο το ΠΑΣΟΚ – Στο 0,7% ο ΣΥΡΙΖΑ – Το 49% ζητά αυτοδύναμη κυβέρνηση

Πάνω από τον πήχη του 30% καταγράφει τη ΝΔ η δημοσκόπηση της Interview για την εφημερίδα

Η πολιτική δεν κρίνεται από τις εντυπώσεις, αλλά από τους συσχετισμούς και τις προτάσεις

Το σημερινό πολιτικό σκηνικό χαρακτηρίζεται από μια εμφανή αντίφαση.