Η Αθήνα χρειάζεται κατεδαφίσεις για να ξαναγίνει πόλη

56 λεπτά ανάγνωση
11 Μαΐου 2026

Υπάρχει μια αλήθεια που αποφεύγουν όλοι συστηματικά να δουν για την Αθήνα (και όχι μόνο): σε μεγάλα τμήματα του κέντρου της -και αλλού- χρειάζεται κατεδαφίσεις.

Οι περιοχές κατά μήκος των Πατησίων και της Αχαρνών, της οδού 3ης Σεπτεμβρίου, ο Άγιος Παντελεήμονας, η Πλατεία Βικτωρίας, η Πλατεία Κολιάτσου, συγκροτούν έναν ενιαίο αστικό ιστό υπερβολικής πυκνότητας. Πολυκατοικίες κολλημένες η μία πάνω στην άλλη, στενοί δρόμοι χωρίς οπτική φυγή, ελάχιστο φως, ανύπαρκτος αερισμός, σχεδόν μηδενικοί ελεύθεροι δημόσιοι χώροι. Η Αθήνα είναι η δεύτερη πιο πυκνοκατοικημένη πόλη της Ευρώπης μετά το Παρίσι — με μόλις 0,96 τ.μ. πρασίνου ανά κάτοικο , έναντι της σύστασης 9 τ.μ. του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.[¹]

Σε αυτές τις περιοχές, η πόλη δεν αναπνέει. Και όταν η πόλη δεν αναπνέει, ούτε οι κάτοικοί της μπορούν.

Το γκέτο ξεκινά ως χωρικό πρόβλημα.

Η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα επιμένει να ερμηνεύει την αστική υποβάθμιση σχεδόν αποκλειστικά με κοινωνικούς ή πολιτισμικούς όρους. Όμως η διεθνής εμπειρία δείχνει κάτι πολύ πιο άβολο: η εγκληματικότητα, η ανασφάλεια και η εγκατάλειψη γεννιούνται πρώτα στον χώρο.

Σκοτεινοί δρόμοι, συνεχόμενα μέτωπα πολυκατοικιών έξι και επτά ορόφων, έλλειψη πλατειών και οπτικής εποπτείας συνθήκες όπου:

  • η παραβατικότητα ευνοείται,
  • οι «κανονικοί» χρήστες του χώρου αποσύρονται,
  • και ο δημόσιος χώρος παραδίδεται στην εγκατάλειψη.

Όπως αναφέραμε ήδη εδω :

«Η Κυψέλη, τα Πατήσια και ο άξονας Αχαρνών ανεπτύχθησαν κατά κύριο λόγο μέσω ενός μοντέλου υπεραστικής πυκνότητας σε συνδυασμό με στενό οδικό δίκτυο — ένας συνδυασμός που στα ελληνικά πολεοδομικά δεδομένα αποδείχθηκε μοιραίος. Από την άποψη των πολεοδομικών δεικτών, η περιοχή χαρακτηρίζεται από τρία αλληλοτροφοδοτούμενα δομικά ελαττώματα:

α) Υψηλός συντελεστής δόμησης σε συνδυασμό με ανεπαρκές πλάτος οδών. Τα πολυώροφα κτίρια — συχνά 6–7 ορόφων — κατασκευάστηκαν επί ήδη υπαρχόντων δρομολογίων μεσαιωνικής λογικής, χωρίς προηγούμενη χάραξη πλατύστρωτου οδικού δικτύου. Αποτέλεσμα: ο λόγος ύψους κτιρίου προς πλάτος δρόμου (H/W ratio) οδηγεί στη λεγόμενη «αστική χαράδρα» (urban canyon) — κλειστούς διαδρόμους σκιάς με ελάχιστη ηλιοφάνεια, υψηλή υγρασία και οπτική καταπίεση στα κατώτερα επίπεδα.

β) Μηδενικοί ή υποτυπώδεις κοινόχρηστοι ελεύθεροι χώροι. Η απουσία πλατειών ικανής κλίμακας, πρασίνου και πεζοδρόμων επαρκούς πλάτους στερεί τη γειτονιά από τον κεντρικό ρυθμιστή της αστικής κοινωνικότητας: τον κοινόχρηστο χώρο που επιτρέπει τη μη-εμπορευματική συνάθροιση. Κατά τον θεωρητικό αρχιτέκτονα Jan Gehl, το πλάτος του δρόμου και η ποιότητα των ισογείων είναι από τους καθοριστικότερους παράγοντες για τη «ζωντάνια» μιας αστικής γειτονιάς.

γ) Φαύλος κύκλος κοινωνικής υποβάθμισης. Οι περιοχές αυτές προσέλκυσαν εξαρχής πληθυσμούς χαμηλής εισοδηματικής στάθμης, επειδή το μοντέλο δόμησης δεν επέτρεπε τη δημιουργία ελκυστικής αστικής ποιότητας. Στη συνέχεια, η υποβάθμιση λειτούργησε αυτοτροφοδοτούμενα: εγκατάλειψη από ανώτερα στρώματα → πτώση αξίας ακινήτων → είσοδος οικονομικά ευάλωτων πληθυσμών → επιδείνωση συντήρησης κτιριακού αποθέματος → αύξηση εγκληματικότητας.¹⁷ Αυτός ο κύκλος αστικής παρακμής — γνωστός στη διεθνή βιβλιογραφία ως neighbourhood tipping point — η Κυψέλη τον βίωσε στο πλήρες εύρος του.

Σε πολεοδομική γλώσσα: μεγάλος συντελεστής δόμησης + ανεπαρκής κοινόχρηστος χώρος + στενός οδικός κορμός = δομική παρακμή, ανεξάρτητα από την αρχική σύνθεση του πληθυσμού».

Αυτό δεν είναι θεωρητική διαπίστωση. Η επιστήμη της CPTED ( Crime Prevention Through Environmental Design ) — που βασίζεται στην αρχή «eyes on the street» της Jane Jacobs[²] — έχει αποδείξει ότι ο σχεδιασμός του δομημένου περιβάλλοντος καθορίζει άμεσα το επίπεδο εγκληματικότητας και την ασφάλεια.[³]

Δεν είναι τυχαίο ότι στις «καλές» περιοχές της Αθήνας — Κολωνάκι, Παγκράτι, Μετς — αυτό που τις διαφοροποιεί δεν είναι οι άνθρωποι, αλλά η ύπαρξη έστω και μικρών κενών: πλατειών, ανοιγμάτων, ασυνέχειας στη δόμηση.

Στην Αθήνα, μια πλατεία δεν είναι τίποτα άλλο από την απουσία δύο ή τριών πολυκατοικιών.

Λιγότερες οικοδομές, περισσότερη πόλη

Αν θέλουμε σοβαρη αναβάθμιση της Αθηνας, οφείλουμε να σπάσουμε ένα μεγάλο ταμπού: ναι, χρειάζονται κατεδαφίσεις.

  • Ανά 300 – 400 μέτρα αστικού ιστού, σε υπερδομημενες περιοχες
  • Επιλέγονται 4 έως 8 συνεχόμενες πολυκατοικίες,
  • συνολικής επιφάνειας περίπου 1.000-2.000+ τ.μ.,
  • οι οποίες κατεδαφίζονται,
  • ώστε να δημιουργηθούν πλατείες, pocket parks ή ανοιχτοί κόμβοι φωτός και αέρας.

Αυτοί οι νεοι ανοικτοι χώροι δεν θα είναι «διακοσμητικοί». Θα είναι υποδομές δημόσιας υγείας και ασφάλειας. Δεν θα φιλοξενούν εμπορικές χρήσεις, θα δεν γεμίζουν τραπεζοκαθίσματα, δεν προκαλούν νέες «γωνίες». Θα είναι ανοιχτοί, ορατοί, φωτεινοί, χωρίς κρυψώνες. Χώροι που επαναφέρουν τη φυσική επιτήρηση και τη ζωή στον δρόμο.

Το κιβδηλο επιχείρημα του κόστους

Η πρώτη ένσταση που ακούγεται πάντα είναι το κόστος. Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία.

Σε υποβαθμισμενες  περιοχές:

  • οι εμπορικές αξίες των ακινήτων είναι ήδη πολύ χαμηλές και η ζητηση μηδενικη,
  • μεγάλο μέρος του κτιριακού αποθέματος είναι παλαιό και υποβαθμισμένο,
  • πολλοί ιδιοκτήτες απουσιάζουν και δεν κατοικούν στα ακίνητά τους,
  • η χρήση είναι συχνά μηδενικη ή υπολειτουργική.

Αυτό σημαίνει κάτι απλό αλλά κρίσιμο: η απαλλοτρίωση δεν είναι οικονομικά δυσβάσταχτη. Αντιθέτως, το κράτος σήμερα πληρώνει έμμεσα πολύ περισσότερα: σε αστυνόμευση, σε κοινωνικές παρεμβάσεις χωρίς αποτέλεσμα, σε απώλεια αξιών γης, σε μακροχρόνια αστική παρακμή. Και σε ένα σωρο κτιριακες συντηρησεις χωρις νοημα. Σημαντικό μέρος επισης του κτιριακού αποθέματος αυτών των περιοχών ανάγεται στις δεκαετίες πριν από τον αντισεισμικό κανονισμό του 1985. Η κατεδάφιση δεν είναι, λοιπόν, μόνο αστική επιλογή — είναι αναγκαιότητα δημόσιας ασφάλειας.[4]

Το πραγματικό εμπόδιο είναι ψυχολογικό

Η  Αθήνα έχει ένα βαθύ, ιστορικό τραύμα: φοβάται τον κενό χώρο. Η συγχρονη μορφη της χτίστηκε μέσα στη φτώχεια, την προσφυγιά, την ανάγκη. Για δεκαετίες, κάθε τετραγωνικό έπρεπε να αξιοποιηθεί, κάθε οικόπεδο να χτιστεί. Το κενό ταυτίστηκε με την απώλεια, την ανασφάλεια, τον κίνδυνο. Η πολυκατοικία έγινε σύμβολο κοινωνικής ανόδου και ισότητας — ενθαρρυμένη, μάλιστα, από συντελεστές δόμησης που έφτασαν το 2,1–2,5 στο κέντρο, εγγυουμενοι  ετσι νομοθετικά την υπερδόμηση.[⁵]

Άρα η κατεδάφιση σήμερα βιώνεται ασυνείδητα ως αμφισβήτηση αυτής της δικαίωσης. Όμως αυτό το μοντέλο έχει εξαντληθεί. Και πλέον παράγει τα αντίθετα αποτελέσματα από εκείνα που κάποτε υποσχέθηκε.

Οι καλτ πινελιες, είναι παρηγορια στον αρρωστο. Αναπλάσεις πεζοδρομίων, φωτιστικά LED, τοιχογραφίες και καφέδες δεν αλλάζουν τον αστικό ιστό. Είναι καλλυντικές παρεμβάσεις σε ένα σώμα που ασφυκτιά.

Αν δεν δημιουργηθούν ελεύθεροι χώροι η βρωμα θα παραμεινει για παντα. Πρεπει να γινει δεκτο ότι η Αθηνα χτιστηκε λάθος και να παψει το συστημα να διαχειριζεται ασκοπα τη φθορά.

Τι έκαναν άλλες πόλεις όταν κατάλαβαν ότι η υπερπύκνωση τις σκοτώνει.

Η ιδέα της στοχευμένης κατεδάφισης για τη δημιουργία ελευθέρων δημοσίων χωρών δεν είναι θεωρητική πολυτέλεια. Είναι πρακτική που εφαρμόζεται — και αξιολογήθηκε όταν άλλες ευρωπαϊκές πόλεις έφτασαν σε παρόμοιο αδιέξοδο με αυτό που σήμερα βιώνει η Αθήνα. Σε κάθε περίπτωση, η κεντρική διαπίστωση ήταν η ίδια: το πρόβλημα δεν λυνόταν με επιφανειακές παρεμβάσεις, αλλά μόνο με τη ριζική αναδιάταξη του χώρου. Και η αναδιάταξη αυτή πέρασε, αναπόφευκτα, από κατεδαφίσεις.

Παρίσι – Το Παρίσι είναι η περίπτωση που ο ελληνικός δημόσιος λόγος αντιμετωπίζει ως πρότυπο αστικής ομορφιάς — αλλά συνήθως αποσιωπά τι χρειάστηκε για να φτάσει εκεί. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο βαρόνος Haussmann κατεδάφισε ολόκληρες γειτονιές για να ανοίξει τις μεγάλες λεωφόρους, μια βίαιη αλλά αποφασιστική επιλογή που σφράγισε για πάντα τη μορφή της πόλης. Στον 20ο αιώνα, το δίλημμα επανήλθε με άλλη μορφή: αυτή τη φορά όχι σε υπαίθριες παραγκουπόλεις, αλλά σε πυκνοδομημένες εργατικές γειτονιές του βορειοανατολικού Παρισιού — τη Goutte d’Or, το Belleville, τις παρυφές του 19ου και 20ου διαμερίσματος — όπου η κατοικία της συσσώρευσης. παράγει ακριβώς παθολογίες που σήμερα συζητάμε: ασφυξία, εγκατάλειψη, αίσθηση επικινδυνότητας.

Η γαλλική πολιτεία δεν αντιμετώπισε το ζήτημα ούτε με τουριστικές αναπλάσεις ούτε με ανακοινώσεις. Από τη δεκαετία του 1980 και συστηματικό με τον Νόμο για την Αστική Ανανέωση (ANRU) του 2003, εφαρμόστηκε πολιτική με συγκεκριμένο αριθμητικό στόχο: 200.000 κατοικίες που κατεδαφίστηκαν σε πέντε χρόνια, αντικαθιστώντας τα ασφυκτικά οικοδομικά σύνολα με χαμηλότερη και πυκνότητα δόμησης δημόσιου χώρου.Το ζήτημα δεν ήταν η αισθητική, αλλά η δομή του χώρου ως παράγοντας κοινωνικής ένταξης ή αποκλεισμού. Η Γαλλία είχε αντιληφθεί αυτό που δεχόμαστε δύσκολα: ότι οι «προβληματικές γειτονιές» είναι πρωτίστως προβληματικοί χώροι, και ότι χωρίς χωρική αλλαγή δεν υπάρχει ουσιαστική κοινωνική αλλαγή.

Βαρκελώνη – Η Βαρκελώνη πήγε ένα βήμα παραπέρα: όχι μόνο εφάρμοσε τη στοχευμένη κατεδάφιση, αλλά της έδωσε επίσημο όνομα, διαμορφώνοντας ολόκληρη θεωρία πολυδομικής παρέμβασης. Η λέξη είναι esponjament — στα καταλανικά σημαίνει κυριολεκτικά «εκσπογγισμός»: το άνοιγμα πόρων μέσα στον συμπαγή αστικό ιστό, ακριβώς όπως ένα σφουγγάρι αφήνει να διαπεράσει το νερό.[6] Η έννοια αναπτύχθηκε από τον αρχιτέκτονα Oriol Bohigas και το Δημοτικό Ινστιτούτο του Αστικού Τοπίου. Βαρκελώνης ως κεντρικό εργαλείο του Σχεδίου Ειδικής Μεταρρύθμισης Εσωτερικού (PERI) — ένα σχέδιο που δεν αντιμετώπιζε τις υποβαθμισμένες γειτονιές ως κοινωνικό αλλά ως χωρικό πρόβλημα.

Η πιο χαρακτηριστική εφαρμογή έγινε στο El Raval, μια συνοικία της παλιάς πόλης με ιστορία ακριβώς ανάλογη με αυτή που σήμερα αποδίδουμε στη Βικτωρία ή τον Άγιο Παντελεήμονα: υπερπυκνωμένη, υποβαθμισμένη, με φήμη επικινδυνότητας που απωθούσε τους «κανονικούς» χρήστες. Η παρέμβαση ήταν ριζική: κατεδαφίστηκαν συνολικά 127 οικοδομικά τετράγωνα , αποδεσμεύοντας 41.030 τ.μ. νέου δημόσιου χώρου.[⁷] Το κεντρικό έργο ήταν η Rambla del Raval, ένας νέος πεζόδρομος που γεννήθηκε από την κατεδάφιση πέντε ολόκληρων οικοδομικών τετραγώνων και περίπου 3.000 κατοίκους .[²³] Στα κενά οικόπεδα που προέκυψαν δεν δημιουργήθηκαν νέα κτίρια κατοικιών, φοιτητικές εστίες και πολιτιστικές υποδομές, με χρηματοδότηση εν μέρει από το Ταμείο Κοινωνικής Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.[4]

Το αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο αισθητικό. Άλλαξε, κατά κυριολεξία, η γεωμετρία του φόβου στην περιοχή: με τον νέο δημόσιο χώρο ήρθε ορατότητα, με την ορατότητα ήρθε καθημερινή χρήση, και με τη χρήση ήρθε η ανεπίσημη επιτήρηση που κανένα σύστημα κάμερων δεν μπορεί να αντικατασταθεί. Η Βαρκελώνη, με άλλα λόγια, εφάρμοσε στην πράξη αυτό που η Jane Jacobs είχε διατυπώσει στη θεωρία.

Βερολίνο – Το Βερολίνο έφτασε στο ζήτημα της πυκνότητας από διαφορετική κατεύθυνση, αλλά με εξίσου ριζοσπαστικές αποφάσεις. Τη δεκαετία του ’70, οι αρχές ακολουθούσαν την τότε κυρίαρχη λογική: κατεδάφιση παλαιών κτιρίων, εκτόπιση κατοίκων, ανέγερση νέων μεγάλων συγκροτημάτων. Η στροφή ήταν έντονη — από τους κατοίκους του Kreuzberg και από μια γενιά αρχιτεκτόνων που έβλεπαν αυτή την πολιτική ως κατά της αστικής κλίμακας και της συλλογικής μνήμης.

Από αυτή την αντίδραση 1 γεννήθηκε η IBA ( Internationale Bauausstellung Berlin ) — μια από τις σημαντικότερες αρχιτεκτονικές εκθέσεις του 20ού αιώνα, που έθεσε τα θεμέλια μιας εντελώς διαφορετικής προσέγγισης: της «συνετής αστικής ανανέωσης» ( behutsame Stadterneuerung ). Ο επικεφαλής της IBA-Altbau, Hardt-Waltherr Hämer, διατύπωσε 12 αρχές αστικής ανανέωσης που υιοθετήθηκαν επίσημα από τον δήμο: παρέμβαση με τη συμμετοχή των κατοίκων, σεβασμός της κλίμακας των γειτονιών, και — το καίριο — είχε εκλεκτική Entdichtung (αποπύκνωση) εκεί όπου αναπνευστικά ανεπαρκής.[³²] Η πολιτική αυτή εφαρμοζόταν παράλληλα με τη Nachverdichtung (επαναπύκνωση) σε άλλες ζώνες που διέθετε ακόμη ανεκμετάλλευτα αποθέματα χώρου — αναγνωρίζοντας ότι η πόλη δεν είναι ομοιόμορφη και δεν χρειάζεται παντού την ίδια θεραπεία.

Στο Kreuzberg και στο Neukölln, κτίρια γκρεμίστηκαν όχι επειδή ήταν ετοιμόρροπα ή επικίνδυνα, αλλά επειδή με την παρουσία τους έπνιγαν τον δημόσιο χώρο και αποτρεπόταν το φως, ο αέρας και η κίνηση από να διαπεράσουν τη γειτονιά. Η πρώτη φορά που μια ευρωπαϊκή πόλη αναγνώριζε επίσημα ότι ένα κτίριο μπορεί να είναι πρόβλημα όχι επειδή είναι κακό αφεαυτού, αλλά επειδή βρίσκεται στο λάθος σημείο.

Μιλάνο – Το Μιλάνο αντιμετώπισε το ζήτημα της υπερπύκνωσης με ιδιαίτερη ευαισθησία ως προς τον χαρακτήρα του αστικού ιστού: δεν ενδιαφερόταν τόσο για μεγάλη κλίμακα κατεδαφίσεις οικοδομικών τετραγώνων, όσο για τον τρόπο με τον οποίο τα εσωτερικά των κτιριακών συγκροτημάτων — αυτά που κανείς δεν βλέπει από τον δρόμο — είχαν μετατραπεί σε σκοτεινές, αέρινες ζώνες αποκλεισμού. Στις πυκνές εργατικές γειτονιές των δεκαετιών 1950–1960, η απάντηση ήταν η δημιουργία corti aperte : ανοιχτών αυλών που γεννήθηκαν από την επιλεκτική κατεδάφιση παλαιών κτιρίων ή φτερύγων κτιρίων που έκλειναν και σκίαζαν τα εσωτερικά οικοδομικά τετράγωνα, κυκλοφορία φωτός και ανθρώπων.

Αυτή η παρέμβαση, που φαίνεται τεχνικά ήσσονος σημασίας, είχε βαθύτερο αστικό νόημα: αναγνώριζε ότι η ζωή μιας γειτονιάς δεν εξηγείται στους κύριους δρόμους, αλλά τρέφεται και από τους ημιδημόσιους εσωτερικούς χώρους — τις αυλές, τα ανοίγματα, τα σημεία όπου το δημόσιο συναντά το ιδιωτικό. Η μιλανέζικη εμπειρία δείχνει ότι ακόμα και μικρή κλίμακα κατεδαφίσεις — αρκεί να είναι στοχευμένες — μπορεί να μεταμορφώσει τον χαρακτήρα μιας ολόκληρης γειτονιάς, επιτρέποντας στο φως και στους ανθρώπους να κυκλοφορήσουν εκεί που μέχρι τότε βασίλευε το σκοτάδι.

Ρότερνταμ – Το Ρότερνταμ είναι η πιο ωμή και ίσως η πιο διδακτική περίπτωση — ακριβώς επειδή δεν κρύφτηκε πίσω από ευφημισμούς. Η πόλη, αντιμετωπίζοντας γειτονιές με υψηλή εγκληματικότητα, χαμηλές αξίες ιδιοκτησίας και εγκατάλειψης, προχώρησε σε συνειδητές, μεγάλη κλίμακα κατεδαφίσεις πολύ με συγκεκριμένο στόχο: τη μείωση της πληθυσμιακής πυκνότητας και τη δημιουργία νέου δημόσιου χώρου. αναλώνεται σε ημίμετρα. Η πολιτική ηγεσία της πόλης δεν φοβήθηκε το πολιτικό κόστος, γνωρίζοντας ότι η απραξία ήταν πολύ ακριβέστερη μακροπρόθεσμη.

Η εμπειρία αυτή, ωστόσο, δεν ήταν χωρίς σκιές και αξίζει να αναφερθεί με ειλικρίνεια: οι κατεδαφίσεις στο Ρότερνταμ συνοδεύτηκαν από εκτοπισμό μεταναστευτικών κοινοτήτων, που δεν είχαν πάντα εναλλακτική στέγαση στην ίδια γειτονιά ή την ίδια πόλη.[⁸] Η κριτική που έχει ασκηθεί. ακαδημαϊκά στο μοντέλο αυτό είναι σοβαρή: η βελτίωση της λειτουργικότητας του χώρου δεν μπορεί να τους αγνοεί ανθρώπους που ζουν σε αυτόν. Για την Αθήνα, αυτό σημαίνει ότι κάθε ανάλογη πολιτική οφείλει να σχεδιαστεί με ενσωματωμένη κοινωνική διάσταση — επαρκής αποζημίωση, εναλλακτική στέγαση, συμμετοχή των κατοίκων στις αποφάσεις — και όχι απλώς ως τεχνοκρατική ρύθμιση χώρου. Η εμπειρία Ρότερνταμ δεν αναιρεί την ανάγκη κατεδαφίσεων.

Υπενθυμίζει, όμως, ότι ο τρόπος υλοποίησης καθορίζει αν θα αναβαθμιστεί η πόλη ή απλώς θα μετακινηθεί το πρόβλημα από τη μία γειτονιά στην άλλη.

Η Αθήνα δεν χρειάζεται άλλο μακιγιάζ. Χρειάζεται λίφτινγκ.


Υποσημειώσεις

[¹] Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ και του WWF, η Αθήνα διαθέτει μόλις 0,96 τ.μ. πρασίνου ανά κάτοικο, όταν ο ΠΟΥ συνιστά ελάχιστο 9 τ.μ. Παράλληλα, η Eurostat κατατάσσει το κέντρο της Αθήνας ως τη δεύτερη πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή στην Ευρώπη μετά το Παρίσι.

[²] Jane Jacobs, The Death and Life of Great American Cities , Random House, New York, 1961. Η Jacobs εισήγαγε την έννοια «eyes on the street» : η ασφάλεια σε μια γειτονιά εξαρτάται άμεσα από τον βαθμό στον οποίο οι δημόσιοι χώροι είναι ορατοί και συχνά επισκέφτονται.

[³] Crime Prevention Through Environmental Design (CPTED): θεωρητικό πλαίσιο που αναπτύχθηκε από τον C. Ray Jeffery (1971) και επεκτάθηκε από τον Oscar Newman με την έννοια του «defensible space» (1972). Εφαρμόζεται σήμερα ευρέως σε πολεοδομικό σχεδιασμό, αστυνόμευση και αρχιτεκτονική. Βλ. Διεθνής Ένωση CPTED: www.cpted.net

[4] Ο Ελληνικός Αντισεισμικός Κανονισμός (ΕΑΚ 2000, με προγενέστερη έκδοση το 1984/85) εισήγαγε αυστηρότερες ρυθμίσεις για νέες κατασκευές. Κτίρια που ανεγέρθηκαν πριν από αυτό το όριο, ιδίως τις δεκαετίες 1950–1975, δεν πληρούν τα σύγχρονα αντισεισμικά πρότυπα.

[⁵] Ο Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός (ΓΟΚ) του 1955 και οι μεταγενέστεροι επέτρεπαν συντελεστής δόμησης έως 2,5 σε μεγάλα τμήματα του κέντρου της Αθήνας, ενθαρρύνοντας τη μέγιστη δυνατή εκμετάλλευση κάθε οικοπέδου.

[⁶] Esponjament (καταλανικά) / esponjamiento (ισπανικά): πολεοδομική έννοια που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του Σχεδίου Ειδικής Μεταρρύθμισης Εσωτερικού (PERI) της Βαρκελώνης. Θεωρητικοποιήθηκε κυρίως από τον αρχιτέκτονα Oriol Bohigas και το Δημοτικό Ινστιτούτο Αστικού Τοπίου. Βλ. Academia.edu: Βαρκελώνη: Δημόσιοι Χώροι Μικρής Κλίμακας (2016).

[7] Strava, M. et al., Η αμφισβητούμενη φύση της αστικής ανάπλασης στο el Raval , Universitat Autònoma de Barcelona (UAB), 2023. DOI: ddd.uab.cat/pub/caplli/2023/291309.

[⁸] Arkins, MC & French, BE, «Κατεδάφιση, Διαίρεση και Εκτοπισμός: Εξέταση της Διατήρησης της Λευκότητας στην Πολιτική Στέγασης των Δήμων του Ρότερνταμ» , Journal of Urban Affairs, SAGE Publications, 2024. DOI: 10.1177/08969205231176837


Βιβλιογραφία – Πηγές

  1. OECD / WWF — Στοιχεία για πράσινο ανά κάτοικο στην Αθήνα. Αναφέρεται σε: AFP/Reuters (2023), «Όλο το μπετόν, χωρίς δέντρα: Αθήνα κακώς προετοιμασμένη για καύσωνα» , RTE News, 20.7.2023.ρε
  2. Eurostat — Πυκνότητα πληθυσμού ευρωπαϊκών πόλεων. Αναφέρεταισε: AFP (2025), «Tentative tree planting ‘decades dedede’ in sweltering Athens» , Tuoi Tre News, 22.4.2025.news.tuoitre
  3. Jacobs, J. (1961). Ο Θάνατος και η Ζωή των Μεγάλων Αμερικανικών Πόλεων . Random House, Νέα Υόρκη.
  4. Jeffery, CR (1971). Πρόληψη του εγκλήματος μέσω του περιβαλλοντικού σχεδιασμού . Εκδόσεις Sage. — Βλ. επίσης: Διεθνής Ένωση CPTED, www.cpted.netσυνελήφθη
  5. Newman, O. (1972). Αμυντικός Χώρος: Πρόληψη Εγκλήματος Μέσω Αστικού Σχεδιασμού . Macmillan, Νέα Υόρκη.
  6. Περιφερειακό Συμβούλιο Puget Sound (2022). Πρόληψη του εγκλήματος μέσω του περιβαλλοντικού σχεδιασμού . Έκθεση PSRC.psrc
  7. Strava, Μ. et αϊ. (2023). Η αμφισβητούμενη φύση της αστικής ανάπλασης στη γειτονιά el Raval της Βαρκελώνης . Universitat Autònoma de Barcelona. ddd.uab.cat/pub/caplli/2023/291309ddd.uab
  8. Κέντρο Μελετών Πεδίου της Βαρκελώνης (2025). El Raval – Αστική Ανάπλαση . geographyfieldwork.com/ElRaval.htmγεωγραφική εργασία πεδίου
  9. Abram, S. (2016). Βαρκελώνη: Δημόσιοι Χώροι Μικρής Κλίμακας και η έννοια του Esponjamiento . Academia.eduακαδημαϊκός κόσμος
  10. Criticalista (2018). «Σφουγγαρομορφοποίηση της πόλης» . criticalista.comκριτικιστής
  11. Arkins, MC & French, BE (2024). «Κατεδάφιση, Διαίρεση και Μετατόπιση» . Journal of Urban Affairs, SAGE. DOI: 10.1177/08969205231176837journals.sagepub
  12. Μπίρης, Τ. / Αβδελίδη, Κ. — Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός 1955 και αναθεωρήσεις: ιστορικό και συνέπειες στον αστικό ιστό των Αθηνών.

Άφησε ένα σχόλιο

Your email address will not be published.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

ALCO: Ηχηρό «όχι» του 71% σε νέο κόμμα του Αλ. Τσίπρα

Σύμφωνα με τη νέα δημοσκόπηση της ALCO, η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών

ΧΑ: Εκρηκτική ΔΕΗ, ισχυρές τράπεζες και νέα άνοδος για τον Γενικό Δείκτη

Ανθεκτικότητα απέναντι στη διεθνή μεταβλητότητα επέδειξε το ελληνικό χρηματιστήριο.

Ν. Ανδρουλάκης για πόθεν έσχες: «Οι καταθέσεις μου στο εξωτερικό δεν συμπεριελήφθησαν λόγω αμέλειας του λογιστή»

Σε διευκρινιστική δήλωση αναφορικά με τα στοιχεία της περιουσιακής του κατάστασης προχώρησε