Η Πύδνα, η Άλωση και διαχρονικές προδοσίες των Ελλήνων αρχόντων

91 λεπτά ανάγνωση
27 Ιουλίου 2026

Η ιστορία του ελληνισμού διατρέχεται από έναν σκληρό, επαναλαμβανόμενο κανόνα: οι μεγαλύτερες εθνικές καταστροφές δεν προήλθαν αποκλειστικά από την ακαταμάχητη στρατιωτική ισχύ των εχθρών, αλλά από την εσωτερική σήψη.

Η παθολογική απληστία ηγετών και αρχόντων, που αρνήθηκαν να θυσιάσουν τον προσωπικό τους πλούτο για τη σωτηρία του κράτους, οδήγησε στην απόλυτη πτώση — και το τίμημα αυτής της ύβρεως το πλήρωσαν πάντα οι αθώοι. Η Μάχη της Πύδνας (168 π.Χ.) και η Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453 μ.Χ.), δεκαέξι αιώνες η μία από την άλλη, στέκουν ως δύο ιστορικοί καθρέφτες της ίδιας ακριβώς τραγωδίας. Ακολουθεί η πλήρης ανασύνθεση και των δύο γεγονότων, τεκμηριωμένη στα πρωτότυπα κείμενα των αρχαίων και βυζαντινών συγγραφέων, με τα κοινά τους σημεία και τα διδάγματα που απορρέουν.

ΜΕΡΟΣ Α’ — Η ΠΥΔΝΑ: Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ-ΛΟΓΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Η συντριβή του Περσέα της Μακεδονίας στη Μάχη της Πύδνας από τον Ρωμαίο ύπατο Λεύκιο Αιμίλιο Παύλο δεν ήταν απλώς στρατιωτική ήττα· σήμανε το τέλος του ανεξάρτητου μακεδονικού βασιλείου και, μαζί του, τον τελευταίο σπασμό του αυτόνομου αρχαίου ελληνικού κόσμου. Με την πτώση της Μακεδονίας, το τελευταίο ισχυρό ελληνιστικό κράτος ικανό να αντιταχθεί στη ρωμαϊκή παλίρροια έπαψε να υφίσταται· δεν υπήρχε πλέον κανένα ανεξάρτητο κέντρο ισχύος ικανό να υπερασπιστεί την ελευθερία των πόλεων-κρατών, και ο ελληνικός κόσμος μετατράπηκε οριστικά σε «επαρχία» (provincia) της Ρώμης. Η αυτονομία, η κλασική παιδεία και η πολιτική ελευθερία υποτάχθηκαν στον ρωμαϊκό πραγματισμό.

Οι αρχαίοι συγγραφείς που περιγράφουν τα γεγονότα —κυρίως ο Πολύβιος (σύγχρονος των γεγονότων, αν και φιλορωμαίος), ο Τίτος Λίβιος και ο Πλούταρχος (στον Βίο Αιμιλίου Παύλου)— αποδίδουν την ήττα σε ένα μείγμα σοβαρών ελαττωμάτων χαρακτήρα, διπλωματικής μυωπίας και κρίσιμων τακτικών σφαλμάτων στις τελευταίες εβδομάδες πριν τη μάχη.

Το μοιραίο ελάττωμα: παθολογική φιλαργυρία

Το μεγαλύτερο ελάττωμα του Περσέα, αυτό που τελικά του στοίχισε τον πόλεμο, δεν ήταν η έλλειψη στρατού ή πόρων, αλλά η παθολογική του τσιγκουνιά. Αν και διέθετε τεράστια αποθέματα χρυσού και αργύρου στα θησαυροφυλάκιά του, αρνήθηκε συστηματικά να τα ξοδέψει όταν έπρεπε. Ο Πολύβιος (Ιστορίαι, 29.8), που έζησε τα γεγονότα, αποδίδει την πτώση της Μακεδονίας αποκλειστικά σε αυτή τη στάση, γράφοντας ότι ο Περσέας «δαιμονιοβλαβεῖ διαθέσει χρώμενος περὶ τὰ χρήματα» — είχε δηλαδή μια δαιμονική, παράφρονα προσήλωση στο χρήμα.

 Ο Πλούταρχος (Αιμίλιος Παύλος, 12) είναι εξίσου καυστικός· γράφει ότι ο Περσέας «διεμέτρει καὶ παρεσημαίνετο τὸ χρυσίον, ἅψασθαι δεδιὼς ὥσπερ ἀλλοτρίων» — μετρούσε ο ίδιος και σφράγιζε τον χρυσό, φοβούμενος να τον αγγίξει σαν να ανήκε σε άλλον — και θυμίζει την παλιά ρήση για τον πατέρα του, Φίλιππο Ε’: «τὰς πόλεις αἱρεῖ τῶν Ἑλλήνων οὐ Φίλιππος, ἀλλὰ τὸ Φιλίππου χρυσίον» — δεν κατακτούσε τις ελληνικές πόλεις ο Φίλιππος, αλλά το χρυσάφι του Φιλίππου.

Ο Περσέας, σε αντίθεση με τον Μέγα Αλέξανδρο —που, κατά τον ίδιο βιογράφο, έκαψε ο ίδιος τις βασιλικές άμαξες με τα λάφυρα πριν από την εκστρατεία στις Ινδίες, ώστε ο στρατός να προχωρήσει ελαφρύς— δεν τόλμησε ποτέ να αποχωριστεί το χρυσάφι του.

Η στάση αυτή είχε συγκεκριμένο, μετρήσιμο κόστος:

  • Η απώλεια των Γαλατών μισθοφόρων. Λίγο πριν τη μάχη, ο Περσέας είχε συμφωνήσει να μισθώσει 10.000 Γαλάτες (Βαστάρνες) ιππείς και ισάριθμους πεζούς υπό τον φύλαρχο Κλόνδικο — άνδρες που, γράφει ο Πλούταρχος, «οὐ γεωργεῖν εἰδότες, οὐ πλεῖν, οὐκ ἀπὸ ποιμνίων ζῆν νέμοντες, ἀλλ’ ἓν ἔργον καὶ μίαν τέχνην μελετῶντες ἀεὶ μάχεσθαι καὶ κρατεῖν τῶν ἀντιταττομένων» — δεν ήξεραν να καλλιεργούν ούτε να πλέουν ούτε να ζουν από κοπάδια, αλλά ασκούσαν μία και μόνη τέχνη: να πολεμούν πάντα και να νικούν.

 Όταν όμως έφτασαν και ζητήθηκε αμοιβή χιλίων χρυσών ανά ηγεμόνα, ο Περσέας, γράφει ο Πλούταρχος, «πρὸς τὸ γιγνόμενον τοῦ χρυσίου πλῆθος ἰλιγγιάσας καὶ παραφρονήσας ὑπὸ μικρολογίας, ἀπείπατο καὶ προήκατο τὴν συμμαχίαν» — ζαλίστηκε μπροστά στο ποσό και, τρελαμένος από τη μικρολογία του, αρνήθηκε και άφησε να χαθεί η συμμαχία, «ὥσπερ οἰκονομῶν, οὐ πολεμῶν Ῥωμαίοις» — σαν να κρατούσε λογαριασμούς, όχι σαν να πολεμούσε τους Ρωμαίους. Εξοργισμένοι, οι μισθοφόροι αποχώρησαν· ο ίδιος ο Αιμίλιος Παύλος παραδέχτηκε αργότερα ότι, αν ο Περσέας είχε κρατήσει αυτούς τους σκληροτράχηλους ιππείς, οι Ρωμαίοι πιθανότατα θα είχαν καταστραφεί.

  • Η απάτη εις βάρος του Γένθιου. Για να εξασφαλίσει τη συμμαχία του βασιλιά της Ιλλυρίας, ο Περσέας υποσχέθηκε 300 τάλαντα· έδειξε μάλιστα τα χρήματα ηριθμημένα στους απεσταλμένους του και τα σφράγισε μπροστά τους. Μόλις όμως έμαθε ότι ο Γένθιος είχε φυλακίσει τους Ρωμαίους πρέσβεις —κάνοντας έτσι αναπόδραστη τη ρήξη του με τη Ρώμη— ο Περσέας έκρινε πως δεν χρειαζόταν πια να πληρώσει, και «ἀπεστέρησε τὸν κακοδαίμονα τῶν τριακοσίων ταλάντων», γράφει ο Πλούταρχος — στέρησε τον κακότυχο βασιλιά από τα τριακόσια τάλαντα. Λίγο αργότερα ο Περσέας παρακολούθησε αδιάφορος τον Γένθιο να αρπάζεται από τον ρωμαίο στρατηγό Λεύκιο Ανίκιο «μετὰ τέκνων καὶ γυναικὸς ὡς ἀπὸ νεοττιᾶς» — μαζί με τα παιδιά και τη γυναίκα του, σαν νεοσσός από τη φωλιά. Η απάτη αυτή τον άφησε χωρίς αξιόπιστους συμμάχους ακριβώς όταν τους χρειαζόταν περισσότερο.
  • Το σκάνδαλο του Πυρρία. Στα παρασκήνια, η φιλαργυρία του Περσέα προσωποποιήθηκε στον σύμβουλό του Πυρρία (ή Πυρρίχο), που διαχειριζόταν τα ταμεία και είχε φτάσει στο σημείο να «κουρεύει» τους μισθούς των στρατιωτών ακόμη και την παραμονή της μάχης, προκαλώντας λιποταξίες — ενώ ο χρυσός που προοριζόταν για τους Βαστάρνες μεταφερόταν άρον-άρον, σε βαρέλια, προς τη Σαμοθράκη, την ώρα ακριβώς που η φάλαγγα ξεψυχούσε στο πεδίο.

Η ίδια η κατάληξη ήταν η πικρότερη ειρωνεία: «Περσεὺς δὲ τὸν χρυσὸν αὐτὸς αὑτοῦ καὶ τέκνων καὶ βασιλείας καταχεάμενος, οὐκ ἠθέλησε δι’ ὀλίγων σωθῆναι χρημάτων, ἀλλὰ μετὰ πολλῶν κομισθεὶς ὁ πλούσιος αἰχμάλωτος ἐπιδείξασθαι Ῥωμαίοις ὅσα φεισάμενος ἐτήρησεν αὐτοῖς» — ο Περσέας, αφού κατέστρεψε με τον χρυσό του τον εαυτό του, τα παιδιά του και το βασίλειό του, δεν θέλησε να σωθεί ξοδεύοντας λίγα χρήματα, αλλά μεταφέρθηκε ως πλούσιος αιχμάλωτος, με άφθονο πλούτο, για να δείξει στους Ρωμαίους πόσα, με τη φειδώ του, είχε φυλάξει τελικά για εκείνους.

Στρατηγικά και τακτικά λάθη των τελευταίων ημερών

Μέχρι την άφιξη του Αιμιλίου Παύλου, ο Περσέας κρατούσε εξαιρετική αμυντική θέση, οχυρωμένος πίσω από τον ποταμό Ελπειό, σε στενό πέρασμα ανάμεσα στο βουνό και τη θάλασσα — θέση που καθιστούσε αδύνατη την κατά μέτωπο ρωμαϊκή επίθεση. Ο Αιμίλιος έστειλε τότε τον Πόπλιο Κορνήλιο Σκιπίωνα Νασικά με απόσπασμα να κυκλώσει κρυφά τις μακεδονικές θέσεις μέσω του ορεινού περάσματος του Πυθίου. Ο Περσέας το έμαθε καθυστερημένα, από Κρητικό αυτόμολο λιποτάκτη, και αντί να στείλει ισχυρή δύναμη να κρατήσει τα υψώματα, έστειλε μόνο απόσπασμα υπό τον Μίλωνα. Το απόσπασμα διαλύθηκε γρήγορα, με τον ίδιο τον Μίλωνα να φεύγει —γράφει ο Πλούταρχος— «αἴσχιστα φεύγοντος ἄνευ τῶν ὅπλων μονοχίτωνος»: με τον πλέον αισχρό τρόπο, χωρίς τα όπλα του, μόνο με τον χιτώνα του.

Αντί να ανασυνταχθεί στην ισχυρή του θέση, ο Περσέας πανικοβλήθηκε: φοβούμενος την περικύκλωση, εγκατέλειψε την απόρθητη γραμμή του στον Ελπειό και υποχώρησε βόρεια, στην πεδιάδα της Πύδνας, στους πρόποδες του λόφου Ολόκρου. Η πεδιάδα φαινόταν ιδανική για τη μακεδονική φάλαγγα — επίπεδη, ανοιχτή — όμως το έδαφος προς τους πρόποδες είχε ανωμαλίες. Στη διάρκεια της μάχης η φάλαγγα αναγκάστηκε να προελάσει πάνω σε αυτό το ανώμαλο έδαφος, με αποτέλεσμα να ανοίξουν ρήγματα στο ως τότε αρραγές μέτωπό της.

Η μάχη (22 Ιουνίου 168 π.Χ.)

Όταν οι Μακεδόνες κατέβασαν τις σάρισες (δόρατα έξι μέτρων) και προέλασαν, το θέαμα πάγωσε τους Ρωμαίους. Ο ίδιος ο Αιμίλιος, γράφει ο Πλούταρχος (19.1), «ἔκπληξιν ἔσχε καὶ δέος, ὡς οὐδὲν ἰδὼν πώποτε θέαμα φοβερώτερον» — κυριεύτηκε από έκπληξη και δέος, καθώς δεν είχε ξαναδεί ποτέ πιο φοβερό θέαμα. Οι πρώτες ρωμαϊκές γραμμές διατρυπήθηκαν, και ο Αιμίλιος «τὸν χιτῶνα περιερρήξατο» (20.1) — έσκισε τον χιτώνα του από απελπισία, βλέποντας τους άνδρες του να σφαγιάζονται.

Καθώς όμως η φάλαγγα προέλαυνε στο ανώμαλο έδαφος των προπόδων, η συμπαγής παράταξη άρχισε να ρηγματώνεται, και ο Αιμίλιος άδραξε αμέσως την ευκαιρία: διέταξε τις ευέλικτες ρωμαϊκές σπείρες (maniples) «εἰς τὰ διαλείποντα καὶ βοχώδη τῆς τῶν πολεμίων τάξεως παρεμπίπτοντας ἰλαδὸν συμπλέκεσθαι» (20.4) — να διεισδύσουν κατά μικρές ομάδες στα κενά και τις ρωγμές της εχθρικής παράταξης και να εμπλακούν σε μάχη σώμα με σώμα. Μέσα στη φάλαγγα η μακριά σάρισα ήταν πλέον άχρηστη· τα κοντά ρωμαϊκά ξίφη (gladius) κατέσφαξαν τους φαλαγγίτες, ανυπεράσπιστους σε μάχη σώμα με σώμα. Οι πηγές διαφέρουν ελαφρώς στον αριθμό των νεκρών —ο Λίβιος μιλά για περίπου 20.000 νεκρούς και 11.000 αιχμαλώτους, ο Πλούταρχος ανεβάζει τους νεκρούς έως 25.000— πάντως η φάλαγγα καταστράφηκε σε λιγότερο από μία ώρα, με ρωμαϊκές απώλειες αμελητέες σε σύγκριση.

Δειλία ή ατυχία; Η προδοσία του ιππικού

Το ιππικό των «Εταίρων», που κάποτε υπό τον Μέγα Αλέξανδρο κατέλυε αυτοκρατορίες, στην Πύδνα ατιμάστηκε: ο Περσέας, φοβούμενος την ήττα, διέταξε το ιππικό να αποχωρήσει μαζί του χωρίς καν να εμπλακεί ουσιαστικά στη μάχη. Ο Πλούταρχος (19.4) είναι καταπέλτης: «ὁ δὲ τῶν Ἑταίρων ἱππεὺς καὶ τὸ ἄλλο ἱππικόν… ἄθικτον καὶ ἀκέραιον ἅμα τῷ βασιλεῖ ἀπῆλθε» — το ιππικό των Εταίρων και το υπόλοιπο ιππικό έφυγε μαζί με τον βασιλιά, άθικτο και αλώβητο, ενώ ο πεζός στρατός σφαζόταν πίσω τους.

Οι πηγές διχάζονται για την προσωπική στάση του Περσέα εκείνη την ημέρα, με την πλειοψηφία να του καταλογίζει δειλία. Ο Πολύβιος, τον οποίο επικαλείται ο Πλούταρχος, γράφει ότι μόλις άρχισε η μάχη ο Περσέας «ἀποδειλιάσας εἰς πόλιν ἀφιππάσατο, σκηψάμενος Ἡρακλεῖ θύσειν» — δείλιασε και έφυγε έφιππος προς την πόλη, προφασιζόμενος πως θα θυσίαζε στον Ηρακλή, θεό που —σχολιάζει καυστικά ο Πλούταρχος— «δειλὰ παρὰ δειλῶν ἱερὰ μὴ δεχομένῳ» δεν δέχεται δειλές θυσίες από δειλούς. Αντίθετα, ο ιστορικός Ποσειδώνιος, που υποστήριζε πως ήταν ο ίδιος παρών, έγραψε πως ο Περσέας δεν έφυγε από δειλία: την παραμονή της μάχης «τυχεῖν λελακτισμένον ὑφ’ ἵππου τὸ σκέλος» — τον είχε κλωτσήσει άλογο στο πόδι — και στη μάχη, αν και δυσκολευόταν, ανέβηκε άοπλος σε άλογο για να πολεμήσει· τότε ένα ολοσίδερο ακόντιο «τῇ μὲν ἀκμῇ μὴ θιγεῖν, ἀλλὰ πλάγιον παρὰ τὴν ἀριστερὰν πλευρὰν παραδραμεῖν» — δεν τον τρύπησε, αλλά πέρασε πλάγια δίπλα στο αριστερό του πλευρό, σκίζοντας τον χιτώνα του και αφήνοντας μια μελανιά στη σάρκα — και τότε μόνο αποχώρησε. Η εκδοχή του Ποσειδώνιου όμως επισκιάστηκε πλήρως από την κυρίαρχη φιλορωμαϊκή αφήγηση.

Ηρωισμοί εν μέσω καταστροφής

Η δειλία του Περσέα ήρθε σε τραγική αντίθεση με την αυτοθυσία των ίδιων του των ανδρών, αλλά και με τον φανατισμό των αντιπάλων. Οι 3.000 άνδρες του «Αγήματος» (η επίλεκτη βασιλική πεζική φρουρά) δεν υποχώρησαν βήμα· ακόμη κι όταν η φάλαγγα διασπάστηκε και κυκλώθηκαν, αρνήθηκαν να παραδοθούν και σφαγιάστηκαν μέχρι τον τελευταίο, πολεμώντας πάνω στα πτώματα των συντρόφων τους. Ο ίδιος ο Αιμίλιος Παύλος, βλέποντάς τους νεκρούς σε άψογο σχηματισμό, δάκρυσε από θαυμασμό. Από τη ρωμαϊκή πλευρά, όταν οι λεγεώνες δίστασαν μπροστά στο τείχος από σάρισες, ο διοικητής των Ιταλών συμμάχων, Σάλβιος, άρπαξε το λάβαρο της μονάδας του και το πέταξε μέσα στους Μακεδόνες· η απώλεια του λαβάρου ήταν για τους Ρωμαίους απόλυτη ατίμωση, γεγονός που εξώθησε τους άνδρες του σε απονενοημένη επίθεση αυτοκτονίας για να το ανακτήσουν.

Η φυγή και οι προδοσίες της Σαμοθράκης

Μετά την κατάρρευση της φάλαγγας, ο Περσέας διέφυγε με τους θησαυρούς του —τους οποίους τόσο αγαπούσε— στην Πέλλα και κατόπιν στο ιερό νησί της Σαμοθράκης. Εκεί τον περίμεναν τα πιο σκοτεινά επεισόδια της ιστορίας του:

  • Η κομπίνα του Κρητικού ναυάρχου. Ο Περσέας πλήρωσε τον Κρητικό πλοίαρχο Οροάνδη για να τον φυγαδεύσει κρυφά, τη νύχτα, στη Θράκη μαζί με τους θησαυρούς του. Ο Οροάνδης φόρτωσε τον χρυσό νωρίς το απόγευμα, και το βράδυ, όταν ο Περσέας κατέβηκε στην παραλία για να επιβιβαστεί, είδε το πλοίο να ανοίγει πανιά και να τον εγκαταλείπει. Ο πρώην βασιλιάς έμεινε στην ακτή να κλαίει, απόλυτα μόνος και προδομένος, ενώ ο Οροάνδης έφευγε πάμπλουτος για την Κρήτη.
  • Η δολοφονία του Εύανδρου. Μαζί με τον Περσέα βρισκόταν ο παλιός του φίλος και εκτελεστής Εύανδρος, ο οποίος είχε παλαιότερα οργανώσει απόπειρα δολοφονίας κατά του βασιλιά της Περγάμου, συμμάχου των Ρωμαίων. Για να μην πέσει ο Εύανδρος στα χέρια των Ρωμαίων και μιλήσει, ο Περσέας τον δολοφόνησε κρυφά μέσα στο ιερό της Σαμοθράκης και μετά προσπάθησε να πείσει όλους ότι αυτοκτόνησε.

Η σύλληψη, ο εξευτελισμός, ο θρίαμβος

Όταν ο Περσέας τελικά παραδόθηκε, ο Αιμίλιος Παύλος σηκώθηκε να τον υποδεχτεί ως βασιλιά· εκείνος όμως έπεσε μπρούμυτα, αγκάλιασε τα γόνατά του και άρχισε να κλαίει, ικετεύοντας για τη ζωή του. Ο Ρωμαίος στρατηγός τον κοίταξε με περιφρόνηση: «Γιατί καταστρέφεις τη νίκη μου, δείχνοντας ότι νίκησα έναν εχθρό που δεν έχει ίχνος αξιοπρέπειας;»

Ο θρίαμβος στη Ρώμη κράτησε τρεις ημέρες· τα λάφυρα ήταν τόσα, που οι Ρωμαίοι πολίτες απαλλάχθηκαν από την άμεση φορολογία για πάνω από έναν αιώνα.

Πίσω από τα άρματα με τον χρυσό, όμως, εκτυλίχθηκε σπαρακτικό ανθρώπινο δράμα: πίσω από τους αλυσοδεμένους Μακεδόνες ευγενείς και αυλικούς, που έκλαιγαν γοερά ικετεύοντας το πλήθος, ακολουθούσαν τα τρία μικρά παιδιά του Περσέα —ο Φίλιππος, ο Αλέξανδρος και μια κόρη— με τις τροφούς τους. Ο Πλούταρχος (33.3-4) διασώζει τη στιγμή που η παιδική αθωότητα λύγισε τους σκληροτράχηλους Ρωμαίους: εξαιτίας της ηλικίας τους τα παιδιά αγνοούσαν το κακό που τα είχε βρει, κι αυτό ακριβώς τα έκανε πιο αξιοθρήνητα· έτσι ο Περσέας σχεδόν αγνοήθηκε, ενώ οι Ρωμαίοι, στρέφοντας τα μάτια τους στα νήπια, τα σπλαχνίστηκαν, και πολλοί δάκρυσαν.

Η ρωμαϊκή νίκη, ωστόσο, στοιχειώθηκε από τη Νέμεση, τον «φθόνο των θεών»: ο ίδιος ο Αιμίλιος Παύλος, στο απόγειο της απόλυτης δόξας του, έχασε και τους δύο ανήλικους γιους που προόριζε για διαδόχους — ο 14χρονος πέθανε πέντε ημέρες πριν τον θρίαμβο, ο 12χρονος τρεις ημέρες μετά. Στέκοντας μπροστά στον λαό της Ρώμης χωρίς απογόνους, εκφώνησε λόγο μνημειώδη (Πλούταρχος, 36.8-9): «μόνος ἐλέγχομαι παρ’ ἐμαυτῷ τῆς ἀνθρωπίνης ἀσθενείας μέγιστον ὑπόδειγμα… ὁ μὲν γὰρ κρατηθεὶς Περσεὺς τοὺς ἑαυτοῦ παῖδας ἔχει ζῶντας, ὁ δὲ κρατήσας Αἰμίλιος τοὺς ἑαυτοῦ ἀπέβαλεν» — στέκομαι μόνος, το μεγαλύτερο παράδειγμα ανθρώπινης αδυναμίας· διότι ο ηττημένος Περσέας έχει τα παιδιά του ζωντανά, ενώ εγώ, ο νικητής, τα δικά μου τα έχασα.

Ο Λίβιος (Ab Urbe Condita, 45.41) διασώζει την εξήγηση που έδωσε ο ίδιος ο Αιμίλιος για τη συμφορά, ως θυσία για να γλιτώσει η Ρώμη την οργή της Τύχης: «Illud optavi, ut, cum ex summo retro volvi fortuna consuesset, mutationem eius domus mea potius quam res publica sentiret» — προσευχήθηκα να χτυπήσει η αναπόφευκτη μεταστροφή της Τύχης τον δικό μου οίκο, παρά τη Δημοκρατία.

Κατά τον Λίβιο, όταν ο Περσέας ικέτευσε αργότερα τον Αιμίλιο να του γλιτώσει τον εξευτελισμό της παρέλασης, εκείνος απάντησε ψυχρά: «Αυτό ήταν πάντα, και είναι ακόμα, στο δικό σου χέρι» — υπονοώντας πως μπορούσε να είχε αυτοκτονήσει με τιμή, κάτι που ο Περσέας δίστασε να κάνει. Πέθανε λίγα χρόνια αργότερα, αιχμάλωτος στην Ιταλία. Ο γιος του Αλέξανδρος, που επέζησε, έμαθε την τορευτική τέχνη (χάραξη και σκάλισμα μετάλλων), και επειδή γνώριζε καλά λατινικά κατέληξε να εργάζεται ως γραμματέας σε Ρωμαίους αξιωματούχους — ο πρίγκιπας της Μακεδονίας έγινε δημόσιος υπάλληλος της Ρώμης.

Πόσοι Έλληνες πολέμησαν και στις δύο πλευρές

Η Ελλάδα δεν ήταν ενωμένη. Πολλά ελληνικά κράτη είδαν τους Ρωμαίους ως ελευθερωτές από τη μακεδονική ηγεμονία, ή απλώς ως το ισχυρότερο άλογο στην κούρσα. Δίπλα στους περίπου 29.000 Ρωμαίους στην Πύδνα συμπολεμούσαν αρκετές χιλιάδες Έλληνες: ο βασιλιάς της Περγάμου Ευμένης Β’ είχε στείλει ιππείς και πολεμικά πλοία· Αιτωλοί, Θεσσαλοί και Λίγυες παρείχαν βοηθητικά σώματα, κυρίως ψιλούς, ακοντιστές και ιππείς· η Αχαϊκή Συμπολιτεία είχε στείλει μικρή δύναμη για να αποδείξει την «πίστη» της, αν και βαθιά της ευχόταν νίκη του Περσέα. Υπολογίζεται ότι το 10-15% του ρωμαϊκού στρατού (περίπου 3.000-4.000 άνδρες) ήταν Έλληνες σύμμαχοι.

Μετά τη νίκη τους, όμως, οι Ρωμαίοι έβγαλαν το προσωπείο του «προστάτη» και έδειξαν το πρόσωπο του κατακτητή. Η τιμωρία για όσους έδειξαν έστω και κρυφή συμπάθεια στον Περσέα ήταν βιβλική: οι Μολοσσοί της Ηπείρου, που είχαν συμμαχήσει ανοιχτά μαζί του, είδαν τον Αιμίλιο Παύλο —με εντολή της Συγκλήτου— να λεηλατεί σε μία μόνο μέρα 70 πόλεις και να πουλά 150.000 Ηπειρώτες ως σκλάβους· η Ήπειρος ερημώθηκε εντελώς. Η Αχαϊκή Συμπολιτεία, αν και ουδέτερη-σύμμαχος, αναγκάστηκε να παραδώσει τους 1.000 πιο επιφανείς άνδρες της ως ομήρους, ανάμεσά τους και τον ιστορικό Πολύβιο. Η Ρόδος, που είχε προσπαθήσει να παίξει τον ρόλο του ειρηνοποιού, θεωρήθηκε «αλαζόνας»· οι Ρωμαίοι ανακήρυξαν τη γειτονική Δήλο λιμάνι αφορολόγητου εμπορίου, το εμπόριο μεταφέρθηκε εκεί, και η κραταιά Ρόδος καταστράφηκε οικονομικά μέσα σε μια νύχτα. Εκείνη τη μέρα οι υπόλοιποι Έλληνες κατάλαβαν —πολύ αργά πλέον— ότι οι Ρωμαίοι δεν είχαν έρθει να επέμβουν σε μια διαμάχη, αλλά για να γίνουν οι απόλυτοι αφέντες.

ΜΕΡΟΣ Β’ — Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ (1453): Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΟΝΤΩΝ

Δεκαέξι αιώνες αργότερα, το ίδιο μοτίβο —η φιλαργυρία της ελίτ απέναντι στην κατάρρευση του κράτους— επαναλήφθηκε στην πολιορκημένη Κωνσταντινούπολη.

Η οικονομική ασφυξία

Όταν ο Μωάμεθ ζήτησε, πριν την τελική έφοδο, την παράδοση της Πόλης, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος απάντησε —όπως τη διασώζει αυτούσια ο Δούκας— «τὸ δὲ τὴν πόλιν σοι δοῦναι οὔτ’ ἐμόν ἐστιν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανούμεθα καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν» — το να σου παραδώσω την Πόλη δεν είναι δικαίωμα δικό μου ούτε κανενός άλλου κατοίκου της· διότι όλοι μαζί, με κοινή απόφαση, θα πεθάνουμε οικειοθελώς και δεν θα λυπηθούμε τη ζωή μας. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας τήρησε τον λόγο του ως το τέλος, πεθαίνοντας μαχόμενος στα τείχη. Ο ιστορικός Γεώργιος Φραντζής καταγράφει όμως την απόλυτη οικονομική ένδεια πίσω από αυτή την ανδρεία: ο Κωνσταντίνος αναγκάστηκε να λιώσει τα ίδια τα ιερά σκεύη των εκκλησιών για να κόψει νομίσματα, ενώ οι πλούσιοι άρχοντες δήλωναν υποκριτικά αναξιοπαθούντες, κρατώντας τις περιουσίες τους κρυμμένες. Το μοιραίο λάθος καταγράφεται από τον Μιχαήλ Δούκα: όταν ο Ούγγρος μηχανικός Ουρβανός πρόσφερε τα σχέδιά του για τεράστια κανόνια, το παλάτι δεν είχε να τον πληρώσει. Ο Ουρβανός πήγε τότε στον Μωάμεθ Β’ και κατασκεύασε τη θρυλική «Μπομπάρδα» που γκρέμισε τα τείχη — τα χρήματα που έκρυβαν οι άρχοντες θα αρκούσαν για να θωρακιστεί ολόκληρη η Πόλη.

Η οικονομική ελίτ, τρομοκρατημένη μήπως οι Τούρκοι δημεύσουν τις περιουσίες τους, προτίμησε την «ουδετερότητα»:

  • Λουκάς Νοταράς, Μέγας Δούκας (αξίωμα με ευρύτατες οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές εξουσίες, εφάμιλλο σημερινού πρωθυπουργού). Ηγετική μορφή των ανθενωτικών, φέρεται από τον ιστορικό Δούκα να είπε τη γνωστότερη ίσως φράση της βυζαντινής παρακμής: «κρειττότερόν ἐστιν εἰδέναι ἐν μέσῃ τῇ πόλει φακιόλιον βασιλεῦον Τούρκων ἢ καλύπτραν λατινικήν» — καλύτερα να βασιλεύει στη μέση της Πόλης το φακιόλι (σαρίκι) των Τούρκων παρά η λατινική τιάρα του Πάπα. Ορισμένοι ιστορικοί αμφισβητούν αν όντως ειπώθηκε αυτολεξεί από τον ίδιο τον Νοταρά ή αν αντανακλά ευρύτερη ανθενωτική διάθεση της εποχής· ο Φραντζής πάντως καταγράφει ρητά ότι προτίμησε να διαφυλάξει την περιουσία του, βάζοντας μπροστά τη δική του σωτηρία.
  • Οι οικογένειες Καντακουζηνών και Παλαιολόγων (του πλούσιου κλάδου). Διατηρούσαν τεράστια αποθέματα χρυσού σε βενετικά και γενοβέζικα ιδρύματα· ενώ ο ίδιος ο αυτοκράτορας έλιωνε τα ιερά σκεύη, αυτές οι οικογένειες πίεζαν για συνθηκολόγηση, φοβούμενες ότι η αντίσταση θα προκαλούσε πλιάτσικο.
  • Γεώργιος Σχολάριος (Γεννάδιος). Παρότι λόγιος, η ρητορική του κατά της Ένωσης των Εκκλησιών δίχασε την άμυνα σε τέτοιο βαθμό, που πολλοί στρατιώτες αρνήθηκαν να πολεμήσουν στο πλευρό των Δυτικών, αφήνοντας κενά στα τείχη.

Χριστιανοί —και ενδεχομένως Έλληνες— στο πλευρό των Οθωμανών

Όπως στην Πύδνα, έτσι και στην Άλωση η παράταξη δεν ήταν καθαρά θρησκευτική. Ο οθωμανικός στρατός που πολιόρκησε την Πόλη περιλάμβανε, δίπλα στους περίπου 12.000 γενίτσαρους και τα τακτικά σώματα, «αρκετούς χριστιανούς υποτελείς» των Οθωμανών, όπως καταγράφει η ίδια η ελληνική ιστοριογραφία της Άλωσης. Ο σημαντικότερος από αυτούς ήταν ο Σέρβος δεσπότης Γεώργιος (Đurađ) Brancović — ορθόδοξος χριστιανός, αλλά υποτελής του σουλτάνου από τα χρόνια του Κοσσυφοπεδίου— ο οποίος έστειλε στον Μωάμεθ περίπου 1.500 ιππείς υπό τον βοεβόδα Γιάκσα, καθώς και έμπειρους μεταλλωρύχους από τα ασημένια ορυχεία του Νόβο Μπρντο, οι οποίοι ανέλαβαν να ανοίξουν υπόγειες στοές κάτω από τα τείχη — ακριβώς το είδος τεχνικής εξειδίκευσης που έλειπε από τους πολιορκημένους.

Ο ίδιος ο Γεώργιος Σφραντζής (Φραντζής) καταγράφει με πίκρα ότι, όταν έγινε γνωστό πως η Σερβία είχε στείλει χρήματα και άνδρες στον σουλτάνο, οι Τούρκοι πανηγύριζαν λέγοντας πως ακόμη και οι Σέρβοι ήταν πλέον εναντίον της Πόλης. Πέραν των Σέρβων, πηγές της εποχής αναφέρουν Έλληνες, Λατίνους, Γερμανούς, Βοημούς και Ούγγρους τεχνίτες και μηχανικούς να εργάζονται για τον οθωμανικό στρατό στην κατασκευή των πολιορκητικών μηχανών. Το ίδιο μοτίβο της Πύδνας —όπου ο πλούτος ή η ανάγκη έσπρωχναν ειδικευμένους ανθρώπους στο στρατόπεδο του ισχυρότερου— επαναλήφθηκε έτσι και στην Άλωση, με τη διαφορά ότι εδώ οι «σύμμαχοι του εχθρού» ήταν συχνά ομόθρησκοι, όχι ομοεθνείς, των πολιορκημένων.

Η εκδίκηση του Μωάμεθ Β’

Μετά την Άλωση, οι Οθωμανοί ανακάλυψαν τους κρυμμένους θησαυρούς. Ο Δούκας (Ιστορία, κεφ. 39) περιγράφει τον περίφημο διάλογο ανάμεσα στον Μωάμεθ και τον Νοταρά:

— Γιατί δεν εβοήθησες τον βασιλέα σου και την πατρίδα σου με αυτά τα άπειρα πλούτη;

— Ο Θεός τα φύλαγε για το δικό σου μεγαλείο, Αφέντη.

— Αφού λοιπόν ο Θεός μου τα έδωσε, εσύ γιατί με γελούσες τόσο καιρό, κάνοντας συμφωνίες μαζί μου ελπίζοντας να με ξεγελάσεις;

Ο Μωάμεθ διέταξε να αποκεφαλιστούν ο Νοταράς, ο ανήλικος γιος του και ο γαμπρός του Καντακουζηνός μπροστά στα μάτια του — ο Δούκας σημειώνει μάλιστα ότι άμεση αφορμή ήταν η άρνηση του πατέρα να παραδώσει το παιδί του στις ορέξεις του σουλτάνου, γεγονός που δείχνει πως ο Νοταράς πέθανε τελικά υπερασπιζόμενος τον γιο του, όχι μόνο τον χρυσό του. Ζήτησε να θανατωθούν πρώτα τα παιδιά, ώστε κανένα να μη δειλιάσει βλέποντας τον πατέρα νεκρό, και τους μίλησε πριν τον δήμιο υπενθυμίζοντάς τους —κατά τον Δούκα— πως ο ίδιος ο αυτοκράτορας, ο πεθερός τους ο Μέγας Δομέστικος και ο Μέγας Σταυλάρχης Παλαιολόγος με τους δύο γιους του είχαν ήδη σφαγιαστεί την προηγούμενη μέρα στον πόλεμο· είδε τα παιδιά να πέφτουν νεκρά, δοξολόγησε τον Θεό, και μετά παρέδωσε ο ίδιος τον εαυτό του στον δήμιο. Παράλληλα σφαγιάστηκε το μεγαλύτερο μέρος της βυζαντινής αριστοκρατίας και δημεύθηκε ο πλούτος της: όποιος προδίδει την πατρίδα του για το χρήμα, θα προδώσει και τον νέο του κύριο.

Άννα Νοταρά: η εξαίρεση που έσωσε την ψυχή του έθνους

Από αυτή την οικογενειακή και εθνική συντριβή ξεχώρισε μόνο μία γυναίκα που κατάφερε να μετατρέψει τον πλούτο της οικογένειάς της σε ιστορική ευλογία. Η Άννα Νοταρά, κόρη του Λουκά, είχε διαφύγει στη Βενετία πριν την πολιορκία, διασώζοντας μεγάλο μέρος των καταθέσεων του πατέρα της σε ιταλικές τράπεζες. Αντί να αφομοιωθεί στη δυτική αριστοκρατία —αρνήθηκε πεισματικά να παντρευτεί Βενετό ευγενή, ώστε να ελέγχει η ίδια την περιουσία της— αφιέρωσε τη ζωή της και τον πλούτο της στη διάσωση του ελληνισμού: χρηματοδότησε τη στέγαση και τη σίτιση εξαθλιωμένων Ελλήνων προσφύγων στην Ιταλία· το 1499 χρηματοδότησε, μαζί με τους Καλλιέργη και Βλαστό, την ίδρυση του πρώτου αποκλειστικά ελληνικού τυπογραφείου στη Βενετία, εκδίδοντας το «Μέγα Ετυμολογικόν» και σώζοντας έτσι την ελληνική γλώσσα μέσω της τυπογραφίας· ίδρυσε το πρώτο ορθόδοξο παρεκκλήσι στο παλάτι της, και άφησε κληροδότημα για την ανέγερση του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων.

ΜΕΡΟΣ Γ’ — ΚΟΙΝΑ ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ

1. Ο εχθρός που τον δημιουργεί ο ίδιος ο άρχοντας. Το πιο εντυπωσιακό δομικό κοινό των δύο ιστοριών δεν είναι η φιλαργυρία καθαυτή, αλλά ο μηχανισμός μέσω του οποίου αυτή γυρίζει σε όπλο του εχθρού. Οι Βαστάρνες του Περσέα και ο Γένθιος δεν πήγαν στο ρωμαϊκό στρατόπεδο· απλώς αποσύρθηκαν, αφήνοντας κενό. Ο Ουρβανός, αντίθετα, πήγε ο ίδιος στον Μωάμεθ και έχτισε το όπλο που γκρέμισε τα τείχη. Και στις δύο περιπτώσεις όμως η λογική είναι ταυτόσημη: ο άρχοντας που αρνείται να πληρώσει τον σύμμαχο, τον μισθοφόρο ή τον τεχνίτη δεν εξοικονομεί πόρους — μεταφέρει τη στρατιωτική ισχύ που θα μπορούσε να είχε στο χέρι του αντιπάλου, με τη μορφή είτε απουσίας (Πύδνα) είτε ενεργού όπλου στραμμένου εναντίον του (Κωνσταντινούπολη).

2. Η ατομική επιβίωση πάνω από τη συλλογική. Ο Περσέας που τρέχει να σώσει τον θησαυρό του ενώ το ιππικό των Εταίρων μένει απλός θεατής της σφαγής, και ο Λουκάς Νοταράς που πιστεύει ότι μπορεί να «αγοράσει» την επιβίωση της οικογένειάς του από τον Μωάμεθ, είναι παραλλαγές του ίδιου ενστίκτου: η στιγμή της κρίσης μετατρέπει τον άρχοντα από θεματοφύλακα του συλλογικού σε διαχειριστή του ατομικού του κεφαλαίου. Το ίδιο ένστικτο εμφανίζεται και στις οικογένειες Καντακουζηνών-Παλαιολόγων, που πίεζαν για συνθηκολόγηση όχι από στρατηγική εκτίμηση, αλλά από φόβο για την περιουσία τους.

3. Ο πλούτος δεν έσωσε καν τους ίδιους. Η πικρότερη ειρωνεία και των δύο ιστοριών είναι ότι η φιλαργυρία απέτυχε ακόμη και ως στρατηγική αυτοσυντήρησης. Ο θησαυρός του Περσέα κατέληξε στα ρωμαϊκά λάφυρα και χρηματοδότησε την αιώνια φοροαπαλλαγή των ίδιων των εχθρών του· ο κρυμμένος χρυσός των Βυζαντινών αρχόντων ανακαλύφθηκε από τους Οθωμανούς και δημεύθηκε εξ ολοκλήρου. Και στις δύο περιπτώσεις, η θυσία της άμυνας για χάρη της αποταμίευσης δεν απέτρεψε καν την απώλεια της ίδιας της αποταμίευσης — απλώς εξασφάλισε ότι θα χανόταν και ο πόλεμος.

4. Η εσωτερική διάσπαση ως πολλαπλασιαστής της ήττας. Στην Πύδνα, ο ελληνικός κόσμος πολέμησε διχασμένος με τον εαυτό του — Αχαιοί, Αιτωλοί και Περγαμηνοί στο πλευρό της Ρώμης έναντι της Μακεδονίας. Στην Κωνσταντινούπολη, η ρητορική του Σχολάριου κατά της Ένωσης άφησε κενά στα τείχη ακριβώς τη στιγμή που χρειαζόταν ενότητα. Και οι δύο περιπτώσεις δείχνουν ότι η εξωτερική απειλή σπάνια χρειάζεται να νικήσει μια συνεκτική αντίπαλη πλευρά· αρκεί να εκμεταλλευτεί μια ήδη διχασμένη.

5. Η εξαίρεση: πλούτος ως πηγή, όχι ως τάφος. Απέναντι στον Περσέα και στον Λουκά Νοταρά στέκεται η Άννα Νοταρά, η μοναδική που κατάλαβε το μάθημα. Ο ίδιος ακριβώς χρυσός που στα χέρια των πατέρων λειτούργησε ως προσωπικό ταμείο διάσωσης-που-απέτυχε, στα χέρια της κόρης έγινε θεσμός: τυπογραφείο, γλώσσα, καταφύγιο για πρόσφυγες, εκκλησία. Η διαφορά δεν ήταν το ποσό, αλλά η χρήση —όχι φύλαξη, αλλά επένδυση στο μέλλον μιας κοινότητας που δεν ήταν πια κράτος.

Επίλογος

Από τον Περσέα που έτρεχε να σώσει τον χρυσό του ενώ το μακεδονικό ιππικό έμενε θεατής, μέχρι τον Λουκά Νοταρά που πίστευε πως μπορούσε να αγοράσει την επιβίωση της οικογένειάς του από τον πορθητή, το μοτίβο είναι ένα: στην Πύδνα πέθανε το συλλογικό, αρχαίο ελληνικό πνεύμα εξαιτίας της ατομικής απληστίας και της δειλίας ενός «βασιλιά-λογιστή»· στην Κωνσταντινούπολη πέθανε η μεσαιωνική αυτοκρατορία εξαιτίας της προδοτικής στάσης μιας ελίτ που θεώρησε τον εαυτό της υπεράνω πατρίδος. Η ιστορία, τελικά, δεν κρίνει τους νικητές· κρίνει αν ο πλούτος των ηττημένων έγινε κάλυμμα —τάφος— ή πηγή για τις επόμενες γενιές. Ο χρυσός του Περσέα και του Λουκά Νοταρά οδήγησε στον αφανισμό των δυναστειών και των κρατών τους· ο χρυσός της Άννας Νοταρά έγινε το όχημα της πολιτιστικής και πνευματικής επιβίωσης ενός ολόκληρου έθνους.

Πηγές

Αρχαίες πηγές (Πύδνα):

  • Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι: Αιμίλιος Παύλος (κυρίως κεφ. 8–13, 16–21, 26–27, 33, 36)
  • Πολύβιος, Ιστορίαι, βιβλία 27–29 (αποσπασματικά σωζόμενα μέσω βυζαντινών επιτομών)
  • Τίτος Λίβιος, Ab Urbe Condita, βιβλία 44–45

Βυζαντινές πηγές (Άλωση):

  • Μιχαήλ Δούκας, Ιστορία (γνωστή και ως Βυζαντινοτουρκική/Τουρκοβυζαντινή Ιστορία), κυρίως κεφ. 34–42
  • Γεώργιος Σφραντζής (Φραντζής), Χρονικόν Μinus και το μεταγενέστερο, εμπλουτισμένο Χρονικόν Μajus
  • Μιχαήλ Κριτόβουλος, Ξυγγραφή Ιστοριῶν («Έργα και πράξεις του Μωάμεθ»)
  • Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, Αποδείξεις Ιστοριών

Ενδεικτική σύγχρονη βιβλιογραφία (για διασταύρωση στοιχείων):

  • P. Green, Alexander to Actium: The Historical Evolution of the Hellenistic Age
  • N.G.L. Hammond, A History of Macedonia, τ. ΙΙΙ
  • S. Runciman, The Fall of Constantinople 1453
  • J.J. Norwich, Byzantium: The Decline and Fall
  • O.J. Schmitt, μελέτες για τη σερβική συμμετοχή στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης του 1453

Άφησε ένα σχόλιο

Your email address will not be published.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Όταν οι γυναίκες εγκατέλειψαν τη θηλυκότητα II

Στο λυκόφως του σύγχρονου πολιτισμού, η σεξουαλική πράξη έχει απογυμνωθεί από το

3 λόγοι που η ελληνική αγορά ακινήτων έχει γίνει το επενδυτικό φαινόμενο της Ευρώπης

Υπάρχουν αγορές που ανακάμπτουν. Και υπάρχουν αγορές που μεταμορφώνονται.

Allianz: Η μεγάλη επιστροφή του ευρωπαϊκού Νότου και το νέο τεστ για την Ελλάδα

Η Νότια Ευρώπη γύρισε σελίδα μετά από μια δύσκολη δεκαετία κρίσεων.