Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προετοιμάζει την ομιλία του στη ΔΕΘ και σχεδιάζει σημαντικές ανακοινώσεις.
Ωστόσο, τα γαλάζια στελέχη συζητούν κυρίως το πιθανό κόμμα Σαμαρά.
Αρχικά, ο πρώην πρωθυπουργός κρατά κλειστά τα χαρτιά του. Επιπλέον, αποφεύγει τις γρήγορες αποφάσεις και οργανώνει προσεκτικά τις επόμενες κινήσεις του.
Παράλληλα, συνομιλεί με πολιτικά στελέχη σε ολόκληρη τη χώρα. Μάλιστα, εξετάζει ονόματα και αναζητά δυνατές υποψηφιότητες για τα ψηφοδέλτια.
Πρώην βουλευτές, αυτοδιοικητικοί και απογοητευμένα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας κοιτούν θετικά το εγχείρημα. Άλλωστε, αρκετοί πιστεύουν ότι ο νέος φορέας θα τους δώσει ενεργότερο ρόλο.
Η πρώτη ανοιχτή σύγκρουση
Την ίδια ώρα, ο διευθυντής του γραφείου Τύπου του Σαμαρά, Νίκος Τσιούτσιας, άνοιξε μέτωπο με την κυβέρνηση. Συγκεκριμένα, χαρακτήρισε τη σημερινή ΝΔ «σημιτικό ΠΑΣΟΚ με ολίγον από ΛΑΟΣ».
Έτσι, ο Άδωνις Γεωργιάδης απάντησε άμεσα. Αρχικά, υπενθύμισε ότι ο Σαμαράς έφερε στη ΝΔ στελέχη από τον ΛΑΟΣ. Στη συνέχεια, τόνισε ότι ο πρώην πρωθυπουργός τού έδωσε υπουργικό χαρτοφυλάκιο.
Παράλληλα, ο Παύλος Μαρινάκης υπενθύμισε την περίοδο της Πολιτικής Άνοιξης. Επιπλέον, η Σοφία Βούλτεψη κατηγόρησε το σαμαρικό επιτελείο για ιδεολογικούς αποκλεισμούς.
Μέχρι τώρα, το Μέγαρο Μαξίμου απέφευγε τη μετωπική σύγκρουση. Ωστόσο, οι νέες δηλώσεις άλλαξαν πλήρως το πολιτικό κλίμα. Συνεπώς, αρκετοί υπουργοί βλέπουν πλέον τον Σαμαρά ως ανοιχτό πολιτικό αντίπαλο.
Το σχέδιο συγκυβέρνησης χωρίς Μητσοτάκη
Εν τω μεταξύ, πρώην υφυπουργός έδωσε νέα διάσταση στη συζήτηση. Ειδικότερα, πρότεινε έναν συντηρητικό φορέα ως πιθανό κυβερνητικό εταίρο.
Έτσι, η παρέμβασή του ενίσχυσε το σενάριο συνεργασίας μεταξύ ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και κόμματος Σαμαρά. Παρ’ όλα αυτά, το σχέδιο περιλαμβάνει έναν κρίσιμο όρο. Συγκεκριμένα, αφήνει τον Κυριάκο Μητσοτάκη εκτός πρωθυπουργίας.
Από την άλλη πλευρά, συνεργάτες του πρωθυπουργού απορρίπτουν κατηγορηματικά αυτό το ενδεχόμενο. Επιπλέον, θεωρούν ότι οι κάλπες δεν θα δώσουν χώρο σε ένα τέτοιο σχήμα.
Τελικά, η σύγκρουση Μητσοτάκη–Σαμαρά περνά πλέον στη δημόσια πολιτική σκηνή. Επομένως, η γαλάζια διαμάχη μπορεί σύντομα να πάρει τη μορφή σκληρού εκλογικού πολέμου.
Γ.Ε