Οι διαφορές των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων των χωρών του Νότου της Ευρωζώνης, τα spreads, κινούνται σε επίπεδα που είχαν βρεθεί πριν κατάρρευση της Lehman Brothers το 2008 και το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Ωστόσο οι αναλυτές υποστηρίζουν ότι περαιτέρω σημαντική συρρίκνωση θα είναι δύσκολη χωρίς βαθύτερες μεταρρυθμίσεις και περισσότερη ενοποίηση στην Ευρώπη, δεδομένης και της πολύ ασταθούς γεωπολιτικής κατάστασης διεθνώς.
Επιπλέον, και το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης που έχει υποστηρίξει τα κόστη δανεισμού αυτών των χωρών, αποτελεί μία άλλη σημαντική πρόκληση.
Το premium απόδοσης που καταβάλλουν οι κυβερνήσεις της Νότιας Ευρώπης έναντι των «ασφαλών» γερμανικών ομολόγων έχει συρρικνωθεί σχεδόν ασταμάτητα από τα τέλη του 2023, όταν έγινε ξεκάθαρο τότε ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα ξεκινήσει τον κύκλο μείωσης των επιτοκίων έπειτα από τον ταχύτερο κύκλο αύξησης του κόστους δανεισμού στην ιστορία της Ευρωζώνης που είχε προηγηθεί λόγω της πληθωριστικής κρίσης.
Ωστόσο, αναλυτές και επενδυτές υποστηρίζουν ότι πλέον υπάρχει περιορισμένο περιθώριο για περαιτέρω μειώσεις των spreads εκτός εάν δημιουργηθεί μια βαθύτερη, μεγαλύτερης ρευστότητας αγορά ομολόγων, ένα ουσιαστικό βήμα προς την ενίσχυση του ρόλου του ευρώ στην παγκόσμια σκηνή.
Οι ΗΠΑ, υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, έχουν γίνει ένας λιγότερο προβλέψιμος εταίρος, τόσο για το εμπόριο όσο και για την ασφάλεια. Ο Τραμπ επιμένει ότι η Ευρώπη πρέπει να πληρώνει περισσότερα για την ασφάλειά της, και οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης σχεδιάζουν τεράστιες αυξήσεις στον δανεισμό για να χρηματοδοτήσουν αυτό.
Τα spreads των ομολόγων σε Ιταλία, Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία κινούνται στις 61, 60, 37 και 36 μονάδες βάσης, αντίστοιχα, και κοντά στα επίπεδα του 2008. Πριν την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, τα επίπεδα του χρέος ήταν πολύ μικρότερα από σήμερα και τα spreads ήταν πολύ χαμηλότερα, με την Ιταλία στις 22 μ.β, την Ελλάδα στις 25 μ.β και τις Ισπανία και Πορτογαλία στις μόλις 5 μ.β.
«Κάποια spreads ήταν κοντά στο μηδέν πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση επειδή υπήρχε η ελπίδα ότι με την πάροδο του χρόνου, ότι η νομισματική ένωση θα εξελισσόταν σε μια ολοκληρωμένη δημοσιονομική και πολιτική ένωση», όπως σημειώνει στο Reuters, o διαχειριστής χαρτοφυλακίου της PIMCO, Κονσταντίν Βέιτ.
Η PIMCO, ο επενδυτικός γίγαντας της αγοράς ομολόγων με ενεργητικό 2,3 τρισ. δολ., παραμένει θετική για τα spreads των χώρων του ευρωπαϊκού Νότου, ωστόσο εκτιμά πως οι δυνατότητες συρρίκνωσης είναι περιορισμένες εάν δεν υπάρξουν βελτιώσεις από θεσμική άποψη. Εκτιμά, συνεπώς, πως θα πρέπει να υπάρξει περαιτέρω πρόοδος στην τραπεζική ένωση, την ένωση κεφαλαιαγορών, την έκδοση κοινού ομολόγου και μια κοινή δημοσιονομική ικανότητα (fiscal capacity), κάτι που και η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, έχει δηλώσει ότι είναι απαραίτητα για μεγαλύτερη διεθνή προβολή του ευρώ.
Κατά την Allianz Research, το «μυστικό» πίσω από την εντυπωσιακή σύγκλιση των spread των κρατικών ομολόγων των χωρών του Νότου ήταν το Ταμείο Ανάκαμψης. Οι εκταμιεύσεις, και ιδίως οι επιχορηγήσεις που μειώνουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα, έχουν υποστηρίξει την οικονομική ανάπτυξη και τη βιωσιμότητα του χρέους στην Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα, και όπως υπολογίζει, οι επιπτώσεις τους είναι «υπεύθυνες» για το 30-50% της μείωσης των spreads αυτών των χωρών από το 2021.
Επίσης, η βελτίωση της πολιτικής σταθερότητας στη Νότια Ευρώπη ήταν ένας άλλος βασικός παράγοντας μείωσης των spreads, εκτιμά ο οίκος Allianz. Για παράδειγμα, σημαντικό ρόλο στο ότι το spread της Ιταλίας είναι κοντά σε αυτό της Γαλλία, έχει παίξει η πολιτική σταθερότητα στη χώρα από το 2022, τη στιγμή που η Γαλλία ήταν αντιμέτωπη με αυξανόμενη πολιτική αστάθεια.
Όπως εκτιμά η Allianz, το Ταμείο Ανάκαμψης θα συνεχίσει και το 2026 να βοηθά στη συγκράτηση των spreads του Νότου, αλλά οι κίνδυνοι θα αρχίσουν να κάνουν την εμφάνισή τους στη συνέχεια. Το μεγάλο ερώτημα είναι «εάν θα επικρατήσει η τάση σύγκλισης μόλις τελειώσει το Ταμείο Ανάκαμψης προς τα τέλη του ερχόμενου έτους και δεν ξεκινήσει κάποιο σημαντικό ανάλογο πρόγραμμα», όπως τονίζει,
Επίσης, οι δημοσιονομικές ευπάθειες ενδέχεται να επανεμφανιστούν το 2027, κυρίως επειδή οι επιχορηγήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης μειώνουν μόνο προσωρινά την πίεση στα δημοσιονομικά ελλείμματα.
Επιπλέον, όπως επισημαίνει ο οίκος, το 2027 είναι σημαντική εκλογική χρονιά στη Νότια Ευρώπη, με προγραμματισμένες εκλογές στην Ιταλία, την Ισπανία και την Ελλάδα. Αυτό θα μπορούσε να μεταβάλει το εποικοδομητικό πολιτικό περιβάλλον που ήταν κρίσιμο για την επιτυχή διάθεση των κεφαλαίων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Από την πλευρά της και η Barclays πιστεύει η απότομη μείωση των spreads είναι δύσκολο να συνεχιστεί, ωστόσο εκτιμά πως θα παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα. Δεδομένου του εξασθενημένου ούριου ανέμου της νομισματικής πολιτικής και των πιο σφιχτών επιπέδων τώρα σε σχέση με ένα χρόνο πριν, πιθανότατα θα χρειαστεί πάντως μια πιο επιλεκτική προσέγγιση στα ομόλογα της ευρωζώνης όπως επισημαίνει, με βάση τη δημοσιονομική εικόνα. Από αυτή την άποψη, τα εγχώρια θεμελιώδη μεγέθη φαίνονται ισχυρότερα για την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα.
Ειδικά όσον αφορά τα ελληνικά ομόλογα, η Barclays επισημαίνει ότι, στις περίπου 60 μονάδες βάσης σήμερα, τα ελληνικά spreads προσφέρουν μικρότερο περιθώριο για απότομη συμπίεση από ό,τι στο παρελθόν, αλλά η υπάρχουν κάποια περιθώρια για περαιτέρω σύσφιξη, ειδικά καθώς ο δείκτης χρέους/ΑΕΠ της Ελλάδας παραμένει σε σταθερή καθοδική τροχιά και η υπεραπόδοση της ανάπτυξης αναμένεται να συνεχιστεί το 2026. Όσον αφορά το εύρος, τοποθετεί το spread μεταξύ του ελληνικού 10ετούς ομολόγου και του 10ετούς γερμανικού στις 45-70 μονάδες βάσης κατά τη διάρκεια του 2026.
Πέραν των παραπάνω, υπάρχει και το θέμα των αξιολογήσεων. Η ανοδική τροχιά στις αξιολογήσεις από τους οίκους που έχουν δει οι χώρες της ευρωπεριφέρειας τα τελευταία χρόνια, η οποία και έχει σαφώς βοηθήσει τα spreads καθώς έχει βελτιώσει την αντίληψη της αγοράς απέναντι τους, αναμένεται να μειώσει σημαντικά ρυθμούς, κάτι που επίσης περιορίζει τις δυνατότητες περαιτέρω σύσφιξης.
Όπως σημείωσε πρόσφατα η S&P, οι σταθερές προοπτικές που δίνει στις αξιολογήσεις της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας αντανακλούν την προσδοκία της για πιο αργή περαιτέρω βελτίωση στην εξωτερική τους θέση, σε συνδυασμό με μια μέτρια δημοσιονομική προσαρμογή και υψηλούς μακροοικονομικούς κινδύνους.